You are currently browsing the tag archive for the ‘Κακλαμάνης’ tag.


Ο χαιρετισμός του Δημάρχου Αθηναίων στην πλατεία Κοτζιά για την αλλαγή του χρόνου ήταν απλός, εύστοχος κι ανθρώπινος. Μίλησε στην δοκιμαζόμενη Αθήνα, απευθύνθηκε στα θύματα της κρίσης και τόνισε τη δύναμη της αλληλεγγύης κατά της φτώχειας. Επιτέλους, καιρός ήταν. Έναν χρόνο μετά ο Δήμαρχος άρθρωσε για μια φορά τον λόγο που χρειάζεται η πόλη.

Με αφορμή την επέτειο ενός έτους δημαρχίας από τον κ. Καμίνη, ας επιχειρήσουμε έναν απολογισμό. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της διαμαρτυρίας εκατοντάδων συμβασιούχων εκτυλίχθηκαν σκηνές απείρου κάλλους.

Σε πρωταγωνιστές της μη-συνεδρίασης αναδείχθηκαν δύο μέλη του συμβουλίου. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επέβαιναν στην εκλογική υπερταχεία που έφερε τον Γ. Καμίνη στη δημαρχία συνομολογούν ότι το θαύμα των δύο μηνών πραγματοποιήθηκε χάρη σε μια και μόνη καύσιμη ύλη, τους ανθρώπους. Αυτοί ήταν το κεφάλαιο του νέου δημάρχου. Οι ομόκεντροι κύκλοι που σχηματίστηκαν γύρω από τον αρχικό πυρήνα φίλων εθελοντών αποτέλεσαν ένα ιδιότυπο εργαστήρι παραγωγής ιδεών, δράσεων και επικοινωνίας. Σε αυτούς τους κύκλους δούλευαν νυχθημερόν άνθρωποι από διαφορετικούς χώρους. Προσήλθαν ξεπερνώντας τις διαφορές τους και αναζητώντας κοινούς τόπους, είτε ανήκαν σε κομματικούς σχηματισμούς είτε όχι. Γρήγορα η κλιμακούμενη δυναμική της εκλογής υπερέβη τα σφάλματα που γεννούσε ο ερασιτεχνισμός τους. Υπερπήδησαν επίσης τις τρικλοποδιές που τους έβαζε η κομματική ιδρυματοποίηση όσων αδυνατούσαν να αντιληφθούν αυτό που ερχόταν ή επιδίωκαν να το στριμώξουν στον ασφυκτικό χώρο του κομματικού σωλήνα.

Την ώρα που ο Γ. Καμίνης βρίσκεται αντιμέτωπος με το εθνικό μας αδιέξοδο σε κλίμακα πόλης, αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ταυτόχρονα το μεγάλο του στοίχημα. Μπροστά λοιπόν στην ανάληψη ενός δήμου στα πρόθυρα κατάρρευσης και μιας πόλης βυθισμένης στην εγκατάλειψη και τον αυτοοικτιρμό, απαιτείται εργώδης προσπάθεια για να ενεργοποιηθούν οι άνθρωποι της πόλης: τεχνοκράτες, επιστήμονες, πνευματικοί και καλλιτεχνικοί δημιουργοί, πολίτες που ασφυκτιούν, νέοι που πάλλονται χωρίς εκφραστική διέξοδο. Το κεφάλαιο αυτό δεν είναι πόρος πολυτελείας, είναι όρος επιβίωσης. Είναι η μόνη αποσκευή του νέου δημάρχου απέναντι στο πελατειακό τέρας. Είναι η ενσυνείδητη απάντηση στο πανίσχυρο ρεύμα της αποχής και τη σιωπηρή αποδοχή του αδιεξόδου. Είναι η μόνη φωτεινή αναλαμπή στον ζοφερό χειμώνα του ’10 που ανοίγεται εμπρός μας. Είναι το ζωντανό ανάχωμα στην επελαύνουσα βία των νεοναζί που στρογγυλοκάθονται πλέον στο δημοτικό συμβούλιο.

Προσοχή όμως. Θα ήταν μεγάλο σφάλμα να εκληφθεί, λόγω μετεκλογικής ευφορίας, το κεφάλαιο αυτό ως δεδομένο. Την ώρα της μεγάλης ύφεσης και της συνακόλουθης απονομιμοποίησης κάθε πολιτικού θεσμού, δεν υπάρχουν δεδομένοι πιστοί κανενός. Δεδομένοι είναι μόνο οι κόλακες της εξουσίας. Τους υπόλοιπους ο νέος δήμαρχος πρέπει να τους πείσει εκ νέου με την άσκηση των καθηκόντων του. Υπάρχει βέβαια πρόσφορο έδαφος, καθώς είναι πασίδηλο ότι εκείνοι που χάρηκαν με τη νίκη του είναι πολύ περισσότεροι από όσους τον ψήφισαν. Δεν θα είναι όμως εύκολο να μετατρέψει την θετική υποδοχή της εκλογής του σε ενεργοποίηση. Μπορεί πολλοί να χάρηκαν αλλά δεν παύουν να παραμένουν επιφυλακτικοί. Εξάλλου, αν δεν ήταν επιφυλακτικοί, θα είχε ηττηθεί ευκολότερα ο χειρότερος δήμαρχος της μεταπολιτευτικής Αθήνας.

Απέναντι στο εκλογικό συμβάν της Αθήνας (και της Θεσσαλονίκης με άλλους όρους) κανείς δεν μπορεί να μένει δογματικά αμετακίνητος. Η επιμονή στη δια της βίας επαλήθευση παλαιών βεβαιοτήτων αποδεικνύεται κραυγαλέα ανεπαρκής. Η ανάγνωση λοιπόν αυτού του συμβάντος προϋποθέτει πριν από όλα την υπέρβαση του ίδιου μας του εαυτού και των καθηλωμένων μας ταυτοτήτων. Να γιατί «η δυνατότητα Καµίνη είναι ταυτόχρονα οδυνηρή και λυτρωτική. Οδυνηρή γιατί ως εµπειρική, γήινη, παρούσα δυνατότητα αλλαγής, µας θέτει µπροστά στο ενδεχόµενο να συµπορευτούµε µε ανθρώπους που δεν µας µοιάζουν και µε δυνάµεις µε τις οποίες διαφωνούµε. Αλλά και λυτρωτική γιατί µας επιτρέπει να το κάνουµε αξιοπρεπώς, γιατί σε αυτό το εγχείρηµα όλοι µοιάζουν να έχουν αλλάξει, έστω ελαφρώς» όπως έγραφε προεκλογικά ο Παναγής Παναγιωτόπουλος (Τα Νέα, 10/11).

Οι περιπτώσεις Καμίνη-Μπουτάρη κι άλλων λιγότερο προβεβλημένων μη κομματικών υποψηφίων αποτελούν δείγμα ότι το άρρωστο πολιτικό σύστημα δείχνει ακόμα σημάδια ζωής. Πρόκειται, θα έλεγε κανείς, για μια ασθενική ανταπόκρισή του στο αίτημα για νέους τρόπους ανάδειξης πολιτικού προσωπικού. Συνακόλουθα, δημιουργεί και την ελπίδα για μια άλλη άσκηση της ίδιας της πολιτικής. Δεν πρέπει όμως να φτάσουμε στο άλλο άκρο (όπου μας ωθεί η μιντιοκρατία), να θεωρείται δηλαδή η μη κομματική ένταξη ως εχέγγυο επάρκειας ή ακεραιότητας.

Τέλος, οι ηγεσίες της Αριστεράς καλούνται να αναστοχαστούν πάνω στο γεγονός ότι δεν είχαν καν τα στοιχειώδη ρεφλέξ να επιλέξουν ποιον θέλουν να αντιπολιτεύονται στον δήμο. Ακόμα και όταν ο απερχόμενος δήμαρχος έριξε απεγνωσμένος ψηφοθηρικά δίχτυα στα μαύρα νερά του ρατσιστικού περιθωρίου, η Αριστερά, απελπιστικά κοντή μπροστά στο ύψος των περιστάσεων, δεν του έδειξε ευθέως το δρόμο προς το σπίτι του.

Ευτυχώς το έκαναν οι πολίτες.


Δήλωση του υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων, Γιώργου Καμίνη, για την απόφαση του Δήμου να ανακαλέσει την άδεια για το φεστιβάλ Αλληλεγγύης και Πολιτισμού στην Πλατεία Αμερικής

“Η απόφαση του Δήμου Αθηναίων να ανακαλέσει την άδεια για το φεστιβάλ Αλληλεγγύης και Πολιτισμού που διοργάνωνε η Ένωση Αφρικανών Γυναικών στην Πλατεία Αμερικής, είναι αδικαιολόγητη και εκθέτει την απερχόμενη δημοτική αρχή. Εάν ο Δήμος είχε, όπως ισχυρίζεται, πληροφορίες ότι κάποιες ομάδες θα προκαλέσουν επεισόδια όφειλε να κάνει δύο απλά πράγματα: να κατονομάσει αυτές τις ομάδες και να προστατέψει ο ίδιος ή με τη βοήθεια της Πολιτείας την πολιτιστική εκδήλωση για την οποία είχε αρχικώς εκδώσει άδεια. Αντί αυτού βλέπουμε έναν φοβισμένο Δήμο να κρύβεται πίσω από αόριστες αναφορές σε ανώνυμους διαφωνούντες. Και ακυρώνει ένα φεστιβάλ υποκύπτοντας στον ωμό εκβιασμό κοινών ταραχοποιών. Αυτός ο φοβισμένος Δήμος δεν αξίζει στην Αθήνα και τους δημότες της”.

Η αποτυχία της δημοτικής αρχής στην Αθήνα είναι πασιφανής και οι γραμμές αυτές γράφονται με δεδομένη την προσωπική εκτίμηση ότι ο Δήμος πρέπει να γυρίσει σελίδα. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι το αν θέλουμε αλλά με ποιους όρους θέλουμε να επιτευχθεί αυτό.

Υπάρχει κατ’ αρχάς ο παραδοσιακός τρόπος, δηλαδή τα δυο μεγάλα κόμματα να αντιπαρατεθούν μέσω αμιγώς κομματικών υποψηφιοτήτων. Η προϊστορία δείχνει ότι τα ψηφοδέλτιά τους θα είναι μίγμα από κομματικά στελέχη και μιντιακές περσόνες, τα προγράμματα των υποψηφίων θα συνταχθούν πρόχειρα και εκ των ενόντων, δεν θα διαβαστούν από κανέναν, δεν θα επηρεάσουν καμιά ψήφο και δεν θα εφαρμοστούν στο ελάχιστο. Οι δημοτικές εκλογές δεν θα κινητοποιήσουν, δεν θα απελευθερώσουν καμιά δύναμη αυτής της πόλης. Με άλλα λόγια, θα συγκρουστούν για άλλη μια φορά οι (γερασμένοι και αποδεκατισμένοι πλέον) κομματικοί στρατοί και στο τέλος θα μάθουμε το αποτέλεσμα στις οθόνες μας.

Τις τελευταίες ημέρες έχει διαφανεί και ένας άλλος τρόπος, με την πρόταση υπερκομματικής υποψηφιότητας του κ. Καμίνη. Πέρα από τα γνωρίσματα της ίδιας της υποψηφιότητας, δηλαδή τον αποδεδειγμένο σεβασμό στους θεσμούς, την άριστη γνώση της δημόσιας διοίκησης, τον συγκροτημένο λόγο και μια αντίληψη περί πολιτικής που δεν μένει στο επικοινωνιακό φαίνεσθαι αλλά εστιάζει στην ουσία της πολιτικής πράξης, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη και την πολιτική συγκυρία. Και οποιοσδήποτε μπορεί να αντιληφθεί ότι η σημερινή συγκυρία περισσότερο από κάθε άλλη επιτρέπει στους πολίτες να υπερβούν τις κομματικές περιχαρακώσεις και να αποτελέσουν μοχλό εξελίξεων. Με την έννοια αυτή η υποψηφιότητα Καμίνη μπορεί να κινητοποιήσει ανενεργές έως τώρα δυνάμεις της Αθήνας, τις οποίες δεν αφορά (άλλη) μια κομματική υποψηφιότητα.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, στα κομματικά επιτελεία εξετάζονται τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων. Με άλλα λόγια, ενώ υπάρχει η ελπίδα για κάτι καινούριο στο Δήμο, εκείνοι με γνώμονα το παλιό προσπαθούν να χωρέσουν ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές στο στενό πλαίσιο των μετρήσεων αναγνωρισιμότητας και δημοφιλίας. Πρόκειται για την παλιά, ασφαλή και δοκιμασμένη συνταγή χαμηλού (υποτίθεται) ρίσκου που επιδιώκει απλώς αλλαγή κομματικής φρουράς στο Δήμο και επιτρέπει σαφέστερη μέτρηση των κομματικών δυνάμεων. Αμφίβολο όμως αν αυτή η οπτική λαμβάνει υπόψη την πολυεπίπεδη κρίση που μαστίζει την πόλη. Αμφίβολο αν μπορεί να γεννήσει έναν εναλλακτικό τρόπο διοίκησης εκεί όπου μέχρι σήμερα βασιλεύουν οι πελατειακές σχέσεις και η οικογενειοκρατία, οι χρυσές πολυθεσίες, η αντίληψη της δημαρχίας ως γκλάμορους κοσμικού γεγονότος.

Για τους λόγους αυτούς, όσοι ενεργοί πολίτες πιστεύουν ότι χρειάζονται υποψηφιότητες που κινητοποιούν και δεν αδρανοποιούν, που ανοίγουν προοπτικές κοινωνικών ζυμώσεων και δεν περιχαρακώνουν, πρέπει να κινηθούν τώρα δημιουργώντας και αποτελώντας τη δυναμική νέων συσχετισμών στο Δήμο.

Στον ωκεανό της οικονομικής δυσπραγίας υπάρχουν ακόμα νησίδες φαινομενικής ευμάρειας. Για παράδειγμα, στον καταχρεωμένο Δήμο Αθηναίων, αυτό το αυτόνομο βασίλειο της εικονικής πραγματικότητας, η κρίση δεν έχει φτάσει. Εδώ συνεχίζονται τα καλά του ελληνικού μοντέλου διοίκησης: πελατειακές σχέσεις και οικογενειοκρατία, μετατροπή δημοτικών επιχειρήσεων σε Ανώνυμες Εταιρίες με χρυσές πολυθεσίες στις διοικήσεις τους, κοσμικές παρουσιάσεις απολογισμού δραστηριοτήτων. Και αν είναι άδικο να χρεωθούν στην παρούσα δημοτική αρχή στρεβλώσεις και αμαρτίες ετών, είναι επίσης άδικο να μην επισημανθεί ότι η αντίληψή της για την άσκηση εξουσίας οδήγησε σε ακραία επιδείνωση της κατάστασης.

Μερικά παραδείγματα: βοά η ανεπάρκεια ή απροθυμία του δήμου να παρέμβει στη χαίνουσα πληγή του ιστορικού κέντρου (ή να συντονίσει παρεμβάσεις στο βαθμό που δεν έχει πλήρη αρμοδιότητα). Αντ’ αυτού προκρίθηκε αρχικά η άρνηση του προβλήματος και μετά η τακτική του Πόντιου Πιλάτου. Το αποτέλεσμα στους δρόμους του κέντρου είναι ευδιάκριτο, επώδυνο και συχνά επικίνδυνο.

Αξιοσημείωτη επίσης η δυσερμήνευτη εμμονή στα έργα της διπλής ανάπλασης, παρά το εμφανές ζήτημα νομιμότητας. Όσοι διαφωνούσαν χαρακτηρίστηκαν «περιοδεύων θίασος που κάνει ενστάσεις επί παντός επιστητού». Ο κ. Δήμαρχος απείλησε μάλιστα να στήσει… στήλη με τα ονόματά τους, περίπου ως εχθρών της πόλης. Μετά τον κόλαφο στο Συμβούλιο Επικρατείας δεν αισθάνθηκε βέβαια την ανάγκη να απολογηθεί για την αμφιλεγόμενη εμπλοκή του δήμου στην υπόθεση αυτή.

Περιφερόμενο θίασο χαρακτήρισε εξάλλου και εκείνους που αντιτάχθηκαν στην καταστροφή πάρκου στην οδό Πατησίων για να κατασκευαστεί γκαράζ. Γενικότερα, ο κ. Δήμαρχος συνηθίζει να επιτίθεται με μεγάλη οξύτητα σε όσους δε συμμερίζονται τις επιλογές του. Κάποιος κακοπροαίρετος θα πίστευε ότι αυτό φανερώνει δυσανεξία στη διαφωνία. Ο αντικειμενικός όμως κριτής μάλλον θα συμπέραινε ότι οι δημότες αδυνατούν να αντιληφθούν τα μεγαλόπνοα σχέδια του κ. Δημάρχου και να προσαρμόσουν αντίστοιχα τις ανάγκες τους.

Το ίδιο πρόβλημα διαπιστώνεται και εντός του δημοτικού συμβουλίου. Ούτε εκεί τον καταλαβαίνουν. Πρόσφατα έγιναν σοβαρές καταγγελίες για την κατασκευή νέου πολυτελούς εστιατορίου στο Άλσος Ευαγγελισμού και για συμβάσεις με τις οποίες ο δήμος αναθέτει απευθείας έργα εκατομμυρίων ευρώ σε δικές του εταιρείες. Πληθαίνουν και τα δημοσιεύματα για την περιορισμένη διαφάνεια που συνεπάγεται η μετατροπή δημοτικών επιχειρήσεων σε Α.Ε. (χαρακτηριστικά, Ιός Ελευθεροτυπίας, 7/3/10). Φωνές βοόντων…

Ο κ. Δήμαρχος αναζητά κομματικό χρίσμα για την εκ νέου διεκδίκηση της δημαρχίας. Αναφαίρετο δικαίωμά του, αν πιστεύει ότι δεν ολοκλήρωσε το έργο του. Την ώρα όμως που η Αθήνα αρχίζει απροετοίμαστη να υφίσταται τις συνέπειες μιας από τις οξύτερες κρίσεις της Ιστορίας της, ελπίζουμε ότι τα κόμματα και –κυρίως- οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν δημοτικούς άρχοντες που προσαρμόζουν την πολιτική τους στις ανάγκες της πόλης και όχι το αντίστροφο.
Περιττεύουν οι μεγαλομανείς επενδύσεις στο κυνήγι της προσωπικής δημοσιότητας, οι σκιές αδιαφάνειας και η κουτοπονηριά κακής νοικοκυράς που σπρώχνει τα σκουπίδια κάτω απ’ το χαλί ενώ διορθώνει τα σεμεδάκια στο σαλόνι.


«Η παραποίηση μορφής αγάλματος Ελληνικής ιστορίας κάλλους και πολιτισμού, της περιόδου που εκεί τρώγανε «μπανάνες» πάνω στα δέντρα, είναι ανεπίτρεπτο(sic) και ασυγχώρητο από τους μετά εξανθρωπισμένους»,  Ινστιτούτο Καταναλωτών.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει. Πολιτειακοί παράγοντες κάνουν διαβήματα σε ξένους πρέσβεις. Κορυφαία στελέχη της σημερινής και της χτεσινής κυβέρνησης θυμούνται τις πολεμικές αποζημιώσεις. Πρώην υπουργοί Παιδείας(!) κάνουν πλάκα σχολιαρόπαιδου υποδεικνύοντας στη Γερμανία τι να κάνει το δάχτυλο της Αφροδίτης. Αποτυχημένοι δήμαρχοι βρίσκουν όχημα ανέξοδης δημοσιότητας. Το πολιτικό προσωπικό καβαλάει το κύμα του «θιγμένου λαϊκού αισθήματος» και δίνει μάχες για ένα εξώφυλλο αδειανό, για μια Αφροδίτη…

Ο Έλλην ξεσπαθώνει και θυμάται το αρχαίο κλέος. Διόλου τυχαίο ότι το εξώφυλλο αυτό το κλέος έθιξε. Πρώτη και ύστατη καταφυγή οι «απευθείας πρόγονοι» και τα έργα τους. Ανεξαρτήτως του θέματος που συζητείται, του ζητήματος για το οποίο εγκαλείται. «Ως δήμαρχος της πόλεως των Αθηνών, της πόλεως του Παρθενώνα και του Μουσείου της Ακρόπολης» άστραψε και βρόντηξε ο ένοικος της πλατείας Κοτζιά. Πάντα στα δύσκολα ο Έλλην ανακαλεί το γνωστό: Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Και απαντάει μόνος του: Εγώ έφτιαξα Παρθενώνες, αντιστάθηκα στους κατακτητές, κέρδισα νόμπελ ποίησης.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει με πληγωμένο εγωισμό. Με φόβο, λύπη, ντροπή και θυμό που σωρεύονται μέσα του τα τελευταία χρόνια. Αναζητά στόχο, οι Γερμανοί προσφέρονται ως σύμβολο του απόλυτου κακού. Έτσι ο Έλλην ακολουθεί το γνώριμο μονοπάτι της θυματοποίησης και ντύνει τον κυνισμό με τα κουρέλια του μονίμως κατατρεγμένου. Γιατί θέλει κυνισμό να επικαλείσαι τους νεκρούς όταν κατηγορείσαι για απάτη. Είναι ύβρις να ρίχνεις το Δίστομο και τα Καλάβρυτα σε μια συζήτηση για πλαστά στατιστικά, χρησιμοποιώντας τα θύματα της θηριωδίας ως διαπραγματεύσιμο οικονομικό μέγεθος.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει. Αν ξεσπάθωναν κι οι άλλοι, οι έλληνες πρέσβεις στο εξωτερικό θα έπρεπε να ξημεροβραδιάζονται παραλαμβάνοντας διαβήματα για τους τίτλους των εφημερίδων του, τις κορώνες των ιεραρχών του, τις δηλώσεις των μουσουργών του, τις παρλάτες των διασκεδαστών του, τις καμένες σημαίες των διαδηλωτών του.

Ο Έλλην ξεσπαθώνει. Έτσι αποφεύγει το αυτονόητο. Δε μιλάει για το Σύμφωνο Σταθερότητας, τις αγορές και τις τράπεζες. Προσπερνά τις ευθύνες του πολιτικού προσωπικού, τη γενικευμένη φοροδιαφυγή, το πελατειακό σύστημα, τη δανεική ευμάρεια, τους καταραμένους Ολυμπιακούς του 2004. Κάνει αυτό που ξέρει καλά. Με μια φτηνή φιγούρα ζεϊμπέκικου κι ένα «όπα!» συνοικιακού λεβεντόμαγκα επιχειρεί πάλι να αποφύγει τα δύσκολα. «Δε σας χρωστάμε εμείς, εσείς μας χρωστάτε!» Αν δεν υπήρχε το εξώφυλλο του Focus, ο Έλλην θα το είχε εφεύρει.

Υγ. Πολλοί δεν υπέκυψαν στην «εθνοπαθολογία» και επέδειξαν σοβαρότητα στη διαχείριση της κρίσης του εξωφύλλου. Αυτοί απαιτούν σοβαρότερες ηγεσίες.

«Πρώτα δανειζόμασταν σαν κύριοι, ενώ τώρα δανειζόμαστε σαν γύφτοι» (Μ. Χρυσοχοΐδης). «Μιλάω τόσο ωραία, ρομαντικά με μια γυναίκα, τι σχέση έχω να μιλάω εγώ με τον πούστη τον Μήτσο τον ηλεκτρολόγο;» (Γ. Γιακουμάτος). «Το βίντεο δείχνει έναν αράπη αντί να δείχνει έναν άνθρωπο» (Γ. Αλογοσκούφης). «Η Ευρώπη δεν έχει μέλλον, αν δεν πάψει να είναι η Φιλιππινέζα των Αμερικανών» (Ν. Κακλαμάνης. Την ίδια χρήση του όρου Φιλιππινέζα συναντάμε και στον λόγο της Αριστεράς). Πολλές οι φράσεις που αντλούν από τη δεξαμενή των ρατσιστικών στερεοτύπων. Δεν είναι βέβαια όλες του ίδιου ποιού. Άλλες ακροβατούν σε εκείνη την κόψη της ρύμης του λόγου που φανερώνει περισσότερα από όσα κρύβει. Πέφτοντας παρασέρνουν Τσιγγάνους στον γκρεμό της περιφρόνησης και Φιλιππινέζες σε μια πιο ήπια και αφ΄ υψηλού απαξίωση. Εξάλλου, πώς θα ήταν δυνατό να δανείζονται ποτέ σαν κύριοι οι Τσιγγάνοι (ενώ το κράτος πάντοτε τους αντιμετώπιζε με σεβασμό και φερεγγυότητα); Υπηρετεί ποτέ μια Φιλιππινέζα χωρίς οσφυοκαμψία και δουλικότητα (ενώ οι κύριοι και οι κυρίες της ποτέ δεν την υποτίμησαν); Άλλες φράσεις είναι πιο σαφείς, αποτελούν λόγο τελεστικό. Η ίδια η εκφορά τους είναι πράξη συνειδητής απαξίωσης, ένας βίαιος κοινωνικός εξοστρακισμός. Ντύνονται τα κουρέλια του δήθεν χιούμορ αλλά δεν μπορούν να συγκαλύψουν έλλειψη βαθύτερης Παιδείας και μακροχρόνια αποχή από ασκήσεις ευαισθησίας.
Έτσι, ο ομοφυλόφιλος γίνεται πούστης κι ο Αφρικανός αράπης, εκφραστικές πιρουέτες που θα προκαλέσουν το γέλιο και την υπόγεια ταύτιση: ο υπουργός μιλάει σαν εμάς. Τα σκώμματά μας έχουν τον ίδιο στόχο, άρα οι λέξεις μάς φέρνουν πιο κοντά. Ο λαϊκισμός της γλωσσικής καραμπόλας .
Πολλά τα παραδείγματα από λόγο πολιτικών, χωρίς βέβαια το φαινόμενο να περιορίζεται εκεί. Υπάρχουν και οι αναφορές Χριστόδουλου στα κουσούρια, ο αντισημιτισμός του Θεοδωράκη, η ισοπεδωτική γενίκευση του Λαζόπουλου, σκληρού προς όλους πλην του ιδίου και ημών, του περιούσιου λαού που αποτελεί το κοινό του. Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε και στον δικό μας λόγο που ακολουθεί τα ίδια μονοπάτια. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η γλώσσα δεν αποτελεί ουδέτερο μέσο. Ακόμα και η πιο απλή εκφορά μιας λέξης δεν είναι ποτέ αθώα. Γεννιέται μέσα στις κοινωνικές ιεραρχίες και με τη σειρά της τις ενδυναμώνει ή τις υπονομεύει. Οι εξουσιαστικές σχέσεις με τη γλώσσα εξωτερικεύονται και στη γλώσσα αποτυπώνονται. Με την έννοια αυτή, έχουν σημασία τα ρατσιστικά στερεότυπα των πολιτικών, όχι διότι ο λόγος τους αποτελεί a priori γλωσσικό ή άλλο πρότυπο (σε πλείστες περιπτώσεις είναι φτωχός και φτωχαίνει όσους τον παρακολουθούν), αλλά γιατί διαψεύδουν την όποια προσδοκία πως θα εκπέμψουν μηνύματα ισοπολιτείας.
Οι σκέψεις αυτές δεν είναι κυήματα κάποιου λογοκριτικού αυτοματισμού, επιδίωξης μιας πολιτικής ορθότητας που συχνά καταλήγει στην απονεύρωση των νοημάτων και του ίδιου του λόγου. Προέρχονται μάλλον από την απαίτηση μιας στοιχειώδους έστω προσοχής, αφού οι επαγγελματίες της πολιτικής είναι τρόπον τινά και επαγγελματίες του λόγου. Εν τέλει από τον λόγο ζουν. Γνωρίζουν λοιπόν καλά ότι έχουν και οι λέξεις τη σημασία τους. Το βλέπουμε άλλωστε αυτές τις μέρες με τις δηλώσεις για «επιχειρήσεις- σκούπα» οι οποίες «θα καθαρίσουν το ιστορικό κέντρο». Ποια είναι τα σκουπίδια που θα σαρώσουν οι επιχειρήσεις; Μα φυσικά οι μετανάστες. Οι οποίοι πρώτα έχουν σαρωθεί από τις ίδιες τις δηλώσεις.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα