You are currently browsing the tag archive for the ‘ΜΜΕ’ tag.

Οι λειτουργοί της ενημέρωσης και οι φύλακες του νόμου έχουν υψώσει τον πήχη της συνεργασίας τους σε αξιοθαύμαστο επίπεδο. Το αποδεικνύει η περίπτωση της 28χρονης Γερμανίδας Φέι-Μαρί Μάγερ. Τα ηλεκτρονικά –κυρίως- ΜΜΕ έσπευσαν να υιοθετήσουν σενάριο που έφερε την προσαχθείσα 28χρονη ως καταγόμενη εκ μητρός από την ένοπλη οργάνωση RAF. Η είδηση απεδείχθη εσφαλμένη. Επρόκειτο για μια κεντρικά διοχετευθείσα πληροφορία που κανένας δημοσιογράφος δε θεώρησε σκόπιμο να ελέγξει.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται σε κούριερ των αρχών ασφαλείας. Λίγο παλιότερα o ίδιος ο Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών είχε δεχτεί διορθωτικό τηλεφώνημα στον αέρα από «αστυνομική πηγή» γιατί παρέλειψε να μεταδώσει κάποια «αποκάλυψη». Ο θεσμικός φύλακας της δημοσιογραφικής δεοντολογίας μάς ψιθύρισε «κάτι μου ‘παν να σας πω». Το ίδιο έκανε και τώρα μαζί με αρκετούς συναδέλφους του.

Αυτή η ενημέρωση «στο περίπου» επισκίασε ένα σοβαρότερο ζήτημα, την καταστολή «στο περίπου». Η Ελληνική Αστυνομία επικαλέστηκε συνωνυμία της 28χρονης για να δικαιολογήσει το ανακριβές της σενάριο. Δεν είπε όμως λέξη για την απόπειρα να εισαγάγει την έννοια της οικογενειακής ευθύνης, ωσάν τα γονίδια «κληρονομικής τρομοκρατίας» να αποτελούν αξιολογήσιμο επιβαρυντικό στοιχείο.

Ας συνδυαστεί το γεγονός αυτό με το σχεδόν ταυτόχρονο περιστατικό Παπαδάτου. Εν μέση οδώ, μέρα μεσημέρι, ένας πολίτης συλλαμβάνεται από κουκουλοφόρους με πολιτικά και με την απειλή όπλων. Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει, οδηγείται στην Ασφάλεια, δέρνεται, εξευτελίζεται, αναγκάζεται να γδυθεί, απειλείται και στο τέλος ακούει ότι συνελήφθη κατά λάθος αφού μοιάζει με κάποιον ύποπτο. Μετά το δεύτερο σφάλμα ο αρμόδιος Υπουργός έσπευσε να επιβάλει σιγή ασυρμάτου.

Η πολιτική ηγεσία της ΕΛΑΣ και οι θεσμικοί εκπρόσωποι των δημοσιογράφων θεωρούν πως το πρόβλημα είναι ότι τσαλακώθηκε το κύρος των αρχών ασφαλείας και των μέσων ενημέρωσης. Κάνουν λάθος. Το πρόβλημα είναι ότι καταστολή και ενημέρωση δεν μπορούν να επιτελούνται «στο περίπου». Δεν μπορεί μια απλή ομοιότητα ή συνωνυμία να κινητοποιούν επιχειρήσεις της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και να συμπαρασύρουν υπηρεσίες της «αντιτρομοκρατικής ενημέρωσης» σε έναν χορό διαπόμπευσης. Δεν μπορεί να θεωρείται παράπλευρη απώλεια η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια του καθενός που στιγματίζεται ως τρομοκράτης από κούνια ή αντιμετωπίζει ξαφνικά τη βία της σύλληψης από κουκουλοφόρους με όπλα.

Διπλό λοιπόν το μήνυμα των ημερών. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη οφείλει να επιδείξει μέρος έστω της διατρανούμενης «περίφρακτης» αποφασιστικότητάς του και στο θέμα της προστασίας των πολιτών από την αστυνομική αυθαιρεσία. Πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι οι αστυνομικοί (ιδίως εκείνοι με πολιτικά και οι των ειδικών μονάδων) δρουν σε καθεστώς απόλυτης έλλειψης λογοδοσίας, επικαλούμενοι διαρκώς μια ασαφώς οριζόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Οι δημοσιογραφικές ενώσεις, από την πλευρά τους, ας αναλογιστούν το γεγονός ότι πολλά μέλη τους συγχέουν το ρόλο του δημοσιογράφου με αυτόν του εκπροσώπου τύπου της ΕΛΑΣ. Αποτέλεσμα, μια «στο περίπου» ενημέρωση που απολήγει δίδυμη αδελφή μιας «στο περίπου» καταστολής. Αυτή η σύγκλιση αστυνόμευσης και πληροφόρησης κρύβει μόνο κινδύνους.

Η θερινή επαφή με το νοσοκομείο ακριτικού νησιού μού αποκάλυψε την οραματική αφοσίωση μέρους του προσωπικού στο αγαθό της δημόσιας υγείας, τη διαρκή αγωνία για τις διακομιδές ασθενών με «αεροπλάνα και βαπόρια», τον άνισο αγώνα της διοίκησης να ξεπεραστούν οι ποικίλες ελλείψεις. Μόνιμες μάστιγες η υποστελέχωση, η παρωδία των πλασματικών εφημεριών που εξέθρεψαν πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι συντεχνιακές αγκυλώσεις.

Αναπόφευκτα αναρωτήθηκα: πώς αισθάνονται οι αφοσιωμένοι δημόσιοι λειτουργοί όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συλλήβδην απαξίωση ως «χαραμοφάηδες του δημοσίου»;

Η ολοένα και σφοδρότερη επίθεση κατά των δημοσίων υπαλλήλων κύριο όπλο έχει την έντεχνη διαχείριση μιας γκρίζας ζώνης μεταξύ αλήθειας και μύθου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατακραυγή για τις αποσπάσεις εκπαιδευτικών. Στοχοποιήθηκαν από την άκριτη δημοσιογραφική αναπαραγωγή του υπουργικού λόγου που αποσιωπούσε την ακραία υποστελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών τις οποίες καλύπτουν οι αποσπασμένοι. Ωσάν να αποσπώνται αυθαίρετα, από μόνοι τους, σε υπηρεσίες που δεν τους θέλουν.

Με αντίστοιχο τρόπο συχνά συγχέονται ανόμοια φαινόμενα όπως η υποστελέχωση και η ανορθολογική κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού και τροφοδοτείται η φιλολογία περί υπεράριθμων του δημοσίου με τη συνακόλουθη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι ο δημόσιος υπάλληλος κατεγράφη στην ελληνική (και όχι μόνο) συλλογική συνείδηση ως λιγότερο παραγωγικός σε σχέση με τον ιδιωτικό. Σκοπός μας δεν είναι να υπερασπιστούμε τη γραφειοκρατία, την αργομισθία, τις πολυθεσίες, την αυθαιρεσία και τη διαφθορά. Είναι όμως εκτός τόπου και χρόνου όποιος πιστεύει ότι θα εκλείψουν τα φαινόμενα αυτά με το δυναμικό του δημόσιου τομέα να πένεται και να λοιδορείται. Αντίθετα, η συλλογική (αυτο)ενοχοποίηση και η ραγδαία διάχυση του φόβου παραλύουν τις υγιείς δυνάμεις της διοίκησης. Η κυβέρνηση σφάλλει παρέχοντας συναίνεση ή ανοχή στην απαξίωση του δημόσιου τομέα. Το έργο της δεν μπορεί να προωθηθεί μόνο με την ευκαιριακή στήριξη αυτόκλητων συμμάχων. Προϋποθέτει πρωτίστως τη συστηματική συμμετοχή και σύμπραξη του δημόσιου κορμού. Και ο κορμός αυτός χρειάζεται λόγο ακριβοδίκαιο και λυσιτελή.

Αν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και η πάταξη της φαυλότητας δε συνοδευτούν από ένα αφήγημα αξιοπρέπειας και προοπτικής για τους υπολοίπους, η διαπόμπευση και ο κοινωνικός αυτοματισμός θα παρασύρουν τους πάντες και τα πάντα. Με απλά λόγια, το δύσκολο είναι η ουσιαστική αξιολόγηση υπηρετούντων και υπηρεσιών, το εύκολο είναι να μετατρέπουμε συλλήβδην το δημόσιο σε σάκο του μποξ. Τώρα μάλιστα ο σάκος αυτός κινδυνεύει να μας πλακώσει.

Στην απαξίωση του δημοσίου πρωτοστατούν ορισμένοι σχολιαστές στις εφημερίδες και τα δελτία των 8. Καθήκον τους βέβαια να καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα. Ας μην ξεχνούν όμως τη σοφή ξένη παροιμία: «δεν πρέπει να πετούν πέτρες όσοι μένουν σε γυάλινα σπίτια». Ας αναζητήσουν λόγου χάρη τις θηριώδεις οφειλές ορισμένων μιντιακών/εκδοτικών συγκροτημάτων προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία όταν μιλούν για δημοσιονομική κρίση. Ειδάλλως ο δημοσιογραφικός τους λόγος καταντά προπετής καταγγελτική ρητορεία και μάλιστα τόσο προβλέψιμη και εκ του ασφαλούς που ούτε καν παρουσιάζει στοιχειώδες δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

Αν οι 6 συλληφθέντες ως μέλη της οργάνωσης «Επαναστατικός Αγώνας» έχουν διαπράξει αυτά για τα οποία κατηγορούνται, τότε η σύλληψή τους είναι καλή είδηση. Το έχουμε ξαναγράψει: η κρίση του πολιτικού συστήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, η κρατική ανεπάρκεια ή αυθαιρεσία δεν αποτελούν άλλοθι για σκοτεινούς τιμωρούς. Στο στόχαστρο της ένοπλης βίας βρίσκονται κατ’ ουσία η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτά ισχύουν με το παραπάνω για την εν λόγω οργάνωση που επέδειξε νοσηρή λατρεία στην ίδια την τελετουργία της βίας με βόμβες τεράστιας ισχύος, ένοπλες δολοφονικές επιθέσεις και αυτάρεσκες προκηρύξεις κτηνώδους ανοησίας. Άρα ισχύουν για τους 6 με την προϋπόθεση που προαναφέρθηκε. Δηλαδή, αν αποδειχθεί στο δικαστήριο –και μόνο στο δικαστήριο- η ενοχή τους. Αυτό το «αν» δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια. Αποτελεί στοιχειώδη εγγύηση του κράτους δικαίου ακόμα κι αν τα σε βάρος τους στοιχεία είναι ισχυρότατα.

Τα ΜΜΕ, κυρίως τα τηλεοπτικά αλλά όχι μόνο, έχουν χειριστεί το θέμα απογοητευτικά. Θεμελιώδεις αρχές δεοντολογίας παραβιάζονται συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση: σεβασμός στην προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή, τεκμήριο της αθωότητας, έλεγχος και τεκμηρίωση της πληροφορίας. Οι συλληφθέντες αποκαλούνται συλλήβδην και ανεπιφύλακτα τρομοκράτες. Στα σπίτια τους μπαινοβγαίνουν δημοσιογράφοι και κάμερες, ωσάν ο ιδιωτικός χώρος να γίνεται αυτοδικαίως δημόσιος αφ’ ης στιγμής ο ιδιοκτήτης συλλαμβάνεται. Φίλοι και συγγενείς διαπομπεύονται, πολίτες φωτογραφίζονται ως ύποπτοι για να ξεχαστούν την επόμενη μέρα, πολιτικοί χώροι στοχοποιούνται.

Η δημοσιογραφική έρευνα κατάντησε συνώνυμη της αυτολεξεί μετάδοσης ανώνυμων διαρροών των αστυνομικών αρχών. Το περιστατικό τα λέει όλα: δημοσιογράφος σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση δέχεται διορθωτικό τηλεφώνημα από «αστυνομική πηγή» γιατί παρέλειψε να μεταδώσει κάποια «αποκάλυψη». Δεν πρωταγωνιστεί κάποιο μαθητευόμενο λαγωνικό αλλά ο επικεφαλής της Ένωσης Συντακτών. Ο άνθρωπος που θα έπρεπε να είναι φύλακας της δημοσιογραφικής δεοντολογίας λέει με αφέλεια που εκπλήσσει «κάτι μου ‘παν να σας πω». Το συμβάν έχει χροιά λεπτής ειρωνείας που θα ζήλευαν μεγάλοι σατιρικοί συγγραφείς.

Στο τεκμήριο αθωότητας δεν χωρούν εξαιρέσεις και η επίκλησή του δε υπονοεί τίποτε περισσότερο από αυτό που λέει, ούτε υπόρρητη συμπάθεια προς τον εκάστοτε κατηγορούμενο (και την ένοπλη βία εν προκειμένω) ούτε άποψη για τη βασιμότητα των κατηγοριών. Ας μη σπεύδουν λοιπόν ορισμένοι δημοσιογράφοι και «σχολιαστές» να παρερμηνεύουν όσους μονότονα επιμένουν στην τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να ταπεινώνουν κι άλλο το δικό τους «τεκμήριο δημοσιογραφικής αθωότητας». Το ίδιο βέβαια κάνει και μέσο ενημέρωσης που δε δημοσιεύει σημαντική είδηση για να… προστατεύσει τους αναγνώστες από πιθανή παραπληροφόρηση. Το είδαμε κι αυτό…

Ποιους αφορά η ιθαγένεια των μεταναστών; Ορισμένες πολιτικές και κοινωνικές ελίτ; Τη γραφειοκρατία ενός υπουργείου; Μερικούς «γραφικούς» κοσμοπολίτες διανοούμενους; Τους συνήθεις δημοσιολογούντες επί παντός επιστητού;

Το θέμα δεν αφορά μόνο ή κυρίως αυτούς. Πού είναι οι κοινωνικοί εταίροι, οι εργοδοτικές ενώσεις και τα συνδικάτα των εργαζομένων; Πού είναι οι επιστημονικοί σύλλογοι και οι επαγγελματικές ενώσεις; Τα σωματεία των εκπαιδευτικών δεν έχουν άποψη για το καθεστώς των μαθητών τους, αυτών των παιδιών που συνηθίσαμε να αποκαλούμε δεύτερη γενιά μεταναστών; Οι δικηγορικοί σύλλογοι και οι ενώσεις των δικαστών δεν αντιμετωπίζουν την καθημερινή πραγματικότητα της γκρίζας μεταναστευτικής ζώνης μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας; Όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι πρέπει να μιλήσουν. Οφείλουν οι υπεύθυνες και νηφάλιες φωνές, ανεξαρτήτως της άποψης που θα εκφέρουν, να αποτελέσουν αντίβαρο στο επιχειρούμενο εμπόριο εντυπώσεων.

Το ίδιο πρέπει να κάνουν και τα πολιτικά κόμματα. Πρέπει να μιλήσουν με σαφήνεια και γενναιότητα για ένα θέμα που διχοτομεί το εκλογικό τους ακροατήριο. Αν αφήσουν το στενό πολιτικό κόστος να ορίσει τη θέση τους, μακροπρόθεσμα κερδισμένος θα είναι ένας κομματικός φορέας, εκείνος που εργολαβικά και προνομιακά τα τελευταία χρόνια τρέφεται από τα φοβικά αποφάγια του πολιτικού μας συστήματος. Να μιλήσουν λοιπόν με σαφήνεια και να δηλώσουν αν θέλουν γενναίες πολιτικές ένταξης, αν προτιμούν τη σημερινή κατάσταση ή αν έχουν κάτι άλλο να προτείνουν.

Το επόμενο διάστημα πρέπει με τον τρόπο τους να «μιλήσουν» και τα μέσα ενημέρωσης, κυρίως τα ηλεκτρονικά. Οφείλουν οι δημοσιογραφικές ενώσεις να διασφαλίσουν τα στοιχειώδη που οι ίδιες έχουν θεσπίσει. Σταχυολογώ: Πρώτον, η ραδιοτηλεόραση «αναγνωρίζει και σέβεται εμπράκτως τη διαφορά των απόψεων και υπερασπίζεται την ελευθερία μεταδόσεως διαφορετικών απόψεων». Δεύτερον, «δεν επιτρέπεται η παρουσίαση προσώπων με τρόπο που να μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, να ενθαρρύνει τον εξευτελισμό, την κοινωνική απομόνωση ή τις δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος μέρους του κοινού βάσει ιδίως του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας, της γλώσσας, της θρησκείας…»

Ειδάλλως, τον τόνο στο δημόσιο διάλογο θα δώσουν αλαλάζοντες τηλεπωλητές βιβλίων και ανώνυμοι διαδικτυακοί εθναμύντορες που έχουν «ξεσαλώσει» απειλώντας και βρίζοντας. Οι ίδιοι που εσχάτως «ανακάλυψαν» ότι το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια βασίζεται σε πρόταση μιας ΜΚΟ, της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, και θριαμβολογούν για την αποκάλυψη της αντεθνικής σκευωρίας! Ωσάν να ήταν ποτέ κρυφή αυτή η πρωτοβουλία, ωσάν να μην παρουσιάστηκε πέρσι σε δημόσια εκδήλωση και να μην επιδόθηκε επισήμως στα πολιτικά κόμματα! Το γαρ πολύ της θλίψεως…

Τέλος, δεν αντέχω τον πειρασμό να αναδημοσιεύσω ένα απόσπασμα από άρθρο του Γ.Α. Βλάχου του 1928: «Η «Καθημερινή» πολιτικάς σχέσεις με τους πρόσφυγας δεν θέλει να έχει. Δεν έχει διάθεσιν να ακούη πρόσφυγας πολιτικολογούντας, δεν συζητεί με επιτροπάς προσφύγων διά ζητήματα αφορώντα τον τόπον, δεν ζητεί ούτε ψήφους ούτε αναγνώστας εις τους συνοικισμούς (…) Δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλέξιμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνούν την Ελλάδα» (προσφυώς το ανέσυρε ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, 9/1/10).
Αν μη τι άλλο, η αντικατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων από τους μετανάστες αποδεικνύει την αδιάσπαστη εθνική μας συνέχεια στη διαχείριση του φόβου.

Από την αναμέτρηση για την εκλογή αρχηγού στη Νέα Δημοκρατία κρατάμε την επίθεση στην κ. Μπακογιάννη από την εφημερίδα Βέτο, επίθεση- υπόδειγμα ελεεινής ρυπαρογραφίας. Το δημοσίευμα παρουσίαζε σωματικά γνωρίσματα, ερωτικά απωθημένα και ψυχογραφήματα επιπέδου σαπουνόπερας σαν ερμηνείες πολιτικών συμπεριφορών. Είναι αδιάφορο αν ο διάχυτος στο κείμενο επιθετικός σεξισμός αποτελούσε νοητική αφετηρία ή απλό εργαλείο του «ανώνυμου» συντάκτη. Επιπλέον, πέρα από την σοβαρή προσβολή της προσωπικότητας που συνιστά, ένα τέτοιο κείμενο παραμερίζει επίσης την ουσιαστική ανάλυση των πολιτικών πραγμάτων. Εν προκειμένω, αποσιωπούνται άλλα θέματα που αφορούν άμεσα τους τρεις υποψηφίους: η διαπλοκή με επιχειρηματικά συμφέροντα και οι αδιαφανείς χρηματοδοτήσεις, η καπηλεία εθνικών θεμάτων και η δημαγωγική κολακεία εθνικιστικών αντανακλαστικών. Αυτά τα θέματα φαίνεται δε χωρούν στην παραδημοσιογραφία που συστηματικά υπηρετεί ο εκδότης της εφημερίδας και οικοδεσπότης της τηλεοπτικής Ζούγκλας.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η «υπόμνηση» παλαιών φωτογραφικών στιγμών της κ. Αλ Σάλεχ από το Πρώτο Θέμα, εφημερίδα αδελφή της προηγούμενης. Από τη στιγμή που η κ. Αλ Σάλεχ ανέλαβε θέση συμβούλου για θέματα μετανάστευσης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, ξέσπασε μια χυδαία εναντίον της επίθεση, κυρίως στο διαδίκτυο. Κι εδώ υπόβαθρο αποτελεί ο σεξισμός, πιο προφανής και μπρουτάλ, άμεσα συνδεόμενος με την ενασχόληση του αντικειμένου του με τα δικαιώματα των μεταναστών. Και πώς να γίνει αλλιώς; Η συνταγή είναι κοκτέιλ μολότοφ για τη σκέψη ενός «ελληναρά του καφενείου»: νέα όμορφη γυναίκα με αραβικό όνομα που έχει κάνει τολμηρή επαγγελματική φωτογράφηση υπερασπίζεται τα δικαιώματα μεταναστών και μάλιστα από θεσμική θέση. Και πάλι βέβαια η ουσία, το μεταναστευτικό και ό,τι συνεπάγεται, μένει στο περιθώριο. Ας είναι καλά ο εκδότης της εφημερίδας, έτερος στυλοβάτης της ηδονοβλεπτικής δημοσιογραφίας και τελεσίδικα πλέον καταδικασμένος για παραβάσεις των νόμων περί ασέμνων και προσωπικών δεδομένων (υπόθεση Τζέκου).
Πολλές βέβαια οι διαφορές ανάμεσα στις δύο κυρίες και δεν μπορούν να εξομοιωθούν οι δύο περιπτώσεις. Τις ενώνει όμως ο σκανδαλοθηρικός σεξισμός που δεν κάνει πολιτικές διακρίσεις. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι στη δεύτερη περίπτωση τα σεξιστικά σχόλια ανακυκλώθηκαν και από φίλους, στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης χιουμοριστικής και από «προοδευτική σκοπιά» κριτικής στις επιλογές των ιθυνόντων του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Σημείο των καιρών και αυτό.

Αλεξανδρος ο Μέγας

Στη συζήτηση των πολιτικών αρχηγών διατυπώθηκαν επίμονες ερωτήσεις για τη θέση των Οικολόγων – Πράσινων στο Μακεδονικό ζήτημα. Υποθέσαμε αρχικά ότι αντανακλούν το ενδιαφέρον του κοινού για το θέμα. Εάν είναι έτσι, τότε γιατί δεν ερωτώνται οι υπουργοί εξωτερικών των τελευταίων ετών για το σημερινό αδιέξοδο; Γιατί δεν ερωτάται ο κ. Βενιζέλος, εμπνευστής του εμπάργκο κατά της ΠΓΔΜ, πώς το αξιολογεί σήμερα ως πρακτική επίλυσης διεθνών διαφορών; Και αφού στα πάνελ συμμετέχουν και θιασώτες του ανέξοδου μαξιμαλισμού που έβγαζαν τον κόσμο στις πλατείες να ασκήσει εξωτερική πολιτική, γιατί δεν ερωτώνται μήπως η τακτική τους τροφοδότησε ή ανακύκλωσε τον εθνικιστικό χουλιγκανισμό των γειτόνων; Δεν απαιτείται ιδιαίτερο θάρρος, κύριοι Σρόιτερ και Λιάτσο, για να εκθέσετε τον κ. Τρεμόπουλο ή να ασκήσετε κριτική στους Οικολόγους Πράσινους. Αυτό είναι εύκολο για άλλους λόγους. Θάρρος χρειάζεται για να αναφερθείτε στην εθνική μας τύφλωση. Θάρρος χρειάζεται για να αποκαλύψετε τον στρουθοκαμηλισμό μας, όταν υπάρχει μια χώρα «εξαποδώ» την οποία όλοι πλην ημών ονομάζουν Μακεδονία. Θάρρος χρειάζεται για να πάτε αντίθετα στην κοινή γνώμη και το πολιτικό προσωπικό που βολεύονται με τη σημερινή κωμικοτραγική κατάσταση. Ιδού λοιπόν μια υποθετική ερώτηση για την επόμενη συνέντευξή σας με πολιτικό αρχηγό: είστε ευχαριστημένος που μετά από 20 χρόνια καταλήξαμε να «σκιάζουμε» τα διεθνή αρχικά της γειτονικής χώρας στα αποτελέσματα αγώνων μπάσκετ για να μην τα βλέπουν οι έλληνες τηλεθεατές και… ταράζονται;

Στο ντιμπέιτ έγινε φανερό ότι υπάρχουν θέματα στα οποία δε χωράει αποκλίνουσα –από εκείνη που τα μίντια προκρίνουν ως αποδεκτή- άποψη. Δεν συγχωρείται η υπόνοια ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να χειριστεί διαφορετικά το θέμα της ΠΓΔΜ. Δεν επιτρέπονται στα μειονοτικά θέματα απαντήσεις σαν του κ. Χρυσόγελου πως «αυτά, όπως και τα θέματα των γλωσσών, δεν τα αποφασίζει ένα κόμμα αλλά είναι θέματα διεθνών συμβάσεων και πρέπει να τίθενται με βάση το διεθνές δίκαιο». Οι ερωτώντες δημοσιογράφοι θεωρούν πως μειονότητες υπάρχουν σε μια χώρα μόνο όταν η κυβέρνηση και τα τηλεπαράθυρα αναγνωρίζουν την ύπαρξή τους. Έτσι άραγε αντιμετωπίζουν, για παράδειγμα, και τους Κούρδους της Τουρκίας;

Στο ντιμπέιτ έγινε επίσης φανερό ότι ορισμένοι δημοσιογράφοι θα ήθελαν να περνάνε τους πολιτικούς αρχηγούς από προφορικές εξετάσεις στο μάθημα της Ιστορίας. Έτσι έκαναν ρωτώντας για την πληθυσμιακή σύνθεση της Θεσσαλονίκης το 1912. Είναι όμως αυτή η δουλειά τους; Είναι δουλειά των πολιτικών να πλειοδοτούν για θέματα Ιστορίας; Αμφιβάλλουμε. Μπορεί όπως γράφτηκε αυτό να φέρνει φύλλα στους μεν και ψήφους στους δε (Μανδραβέλης, Καθημερινή 24/9). Ανέκαθεν άλλωστε ήταν επικερδέστερο να εμπορεύεται κανείς εθνικό φρόνημα παρά να υποστηρίζει πράγματα μη ευχάριστα στα αυτιά. Και πάντως, όποιος πολιτευόμενος επιλέγει τη δεύτερη οδό ας έχει το νου του. Κάποιος δημοσιογράφος μπορεί να εγκαταλείψει για λίγο το κοσμικό ρεπορτάζ της Μυκόνου και να ασχοληθεί με θέματα διεθνούς πολιτικής. Και τότε, ο πολιτευόμενος θα παλεύει να αποτινάξει το στίγμα της μειωμένης εθνικής συνείδησης.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

SylvioΜπορούν να σώσουν την τιμή της ιταλικής δημοκρατίας η –ούτως ή άλλως για πολλά υπόλογη- ρωμαιοκαθολική εκκλησία που καυτηρίασε τις πρωθυπουργικές ιδιωτικές ηδονές και μερικοί διανοούμενοι που καταδίκασαν την επιχείρηση φίμωσης του Τύπου; Μάλλον όχι. Είναι φανερό ότι πέρασαν από καιρό οι μέρες της ιταλικής  πολιτιστικής άνοιξης, έχει μουδιάσει η πάλαι ποτέ κυρίαρχη των ιδεών ιταλική Αριστερά.

Και οι πολλοί τι κάνουν; Κάποιοι μιλούν για μια υπόγεια ταύτιση των ιταλών με τις κρυφές ή φανερές επιδόσεις του Μπερλουσκόνι, ταύτιση που ανήκει στα χωράφια των επιστημών της ψυχής. Όμως υπάρχει και η απτή πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που αντιλαμβάνεται ο μέσος ιταλός τηλεθεατής, θύμα των φίλτρων που θέτει στην ενημέρωση το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περισσότερων ΜΜΕ. Η πραγματικότητα δεν είναι όμως ούτε αυτή που προσλαμβάνει ο μέσος ευρωπαίος. Εκτός από τα πάρτι με τις επαγγελματίες συνοδούς, εκτός από την μπουφονική συλλογή από χοντροκομμένα αστεία και κακόγουστες γκριμάτσες ενός ανθρώπου που αρνείται να δεχτεί την άφευκτη ροή του χρόνου, υπάρχει και η πολιτική: ο κηρυγμένος πλέον «πρώτος μεταναστευτικός πόλεμος» σε ευρωπαϊκό έδαφος, η παρουσία περιπόλων από «ανησυχούντες πολίτες» στους δρόμους, ο νόμος Αλφάνο που προσφέρει ουσιαστική ασυλία στους τέσσερις ανώτατους αξιωματούχους της χώρας. Αυτή είναι η πολιτική Μπερλουσκόνι. Είναι λάθος να εστιάζει κανείς ηθικολογικά στην κρεβατοκάμαρά του. Είναι λάθος να επιδιώκει, όπως έκανε η αντιπολίτευση, τη στράτευση των ηθικών κατά των απατεώνων. Η πολιτική αντιμετωπίζεται με πολιτική.

Κλειδί της περιόδου Μπερλουσκόνι αποδεικνύεται ο χειρισμός ιδιωτικού και δημοσίου. Το δημόσιο έγινε εργαλείο που χρησιμοποιείται ως προέκταση του ιδιωτικού, τα μεταξύ τους όρια κατέστησαν ασαφή και διαπερατά. Η πολιτική είναι παρακολούθημα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η βουλευτική ασυλία ασπίδα για το ακαταδίωκτο ως προς ιδιωτικές συναλλαγές («Αποφάσισα να ιδρύσω ένα κόμμα. Αν δεν το κάνω, θα με πνίξουν τα χρέη και θα καταλήξω στη φυλακή»). Οι ιδιωτικές εμμονές εγκαταστάθηκαν στο κέντρο της δημόσιας ζωής, οι πρωθυπουργικές πλαστικές επεμβάσεις μπήκαν στη δημόσια ατζέντα. Τώρα λοιπόν που το δημόσιο εισβάλλει στο ιδιωτικό με τη δημοσιοποίηση της προσωπικής ζωής του πρωθυπουργού είναι αργά για δάκρυα. Το υπόβαθρο για όλο αυτό το σκηνικό κατασκευάζεται επί χρόνια. Η επιβολή μιας μιντιακής κουλτούρας ιδιώτευσης έφτασε στο απόγειό της από τα ΜΜΕ που ανήκουν στον πρωθυπουργό.  Στο ιδιωτικό μονοπώλιο της ενημέρωσης κυριάρχησε η τηλεσαχλαμάρα, στην πολιτική σκηνή το φτηνό σόου του ενός. Τηλεοπτικό γυαλί και πολιτική έγιναν ένα.

Ο Μπερλουσκόνι είναι ένας από τους τρεις «πατερούληδες» της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής, δίπλα στον «μάτσο» αυταρχισμό του Πούτιν και τον παλαιικό γλυκερό πατερναλισμό του Σαρκοζί. Εκπέμπει αφειδώλευτα κωμικό μεσσιανισμό, περιφέρει ένα διογκωμένο εγώ που θυματοποιείται για χάρη των πολιτών- υπηκόων. Εκείνοι δε χρειάζεται καν να σηκωθούν από τον καναπέ τους. Αρκεί να αποδεχτούν ότι ο δικός τους δημόσιος χώρος είναι η πίσω αυλή του δικού του ιδιωτικού. Με την έννοια αυτή, είναι δευτερεύον το πότε ο πολιτικός διασκεδαστής θα καταρρεύσει μέσα στα γέλια και τους καγχασμούς. Έτσι κι αλλιώς, θα πάρει καιρό για να οριστούν ξανά τα στοιχειώδη.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Επί μήνες ο δημοσιογραφικός και πολιτικός κόσμος της χώρας σερνόταν πίσω από ένα περιφερόμενο dvd με ερωτικές σκηνές. Αποκορύφωμα της κατάπτωσης η άθλια διαπόμπευση του κ. Ζαχόπουλου με τη δημοσίευση φωτογραφιών από προσωπικές του στιγμές σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα. Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας, πρωταθλητές στη «δημοσιογραφία της κρυφής κάμερας» και στη «life style ενημέρωση», συνεχίζουν απτόητοι παρά τις επανειλημμένες καταδίκες με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Καθώς η χρονιά κλείνει, η περί το σκάνδαλο του Βατοπεδίου πολιτική επικαιρότητα αποθεώνει και πάλι τη λογική της κλειδαρότρυπας. Υπάρχει όμως μια καίρια ποιοτική διαφορά. Δεν έχουμε πια να κάνουμε με ένα dvd φάντασμα και με τη δημοσίευση προσωπικών ερωτικών στιγμών σε μια κίτρινη εμπορική εφημερίδα. Αντιμετωπίζουμε την αναγωγή της κλειδαρότρυπας σε κυρίαρχο προϊόν του τρέχοντος πολιτικού και τηλεοπτικού λόγου, όπως τόνισε σε ανακοίνωσή της η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Οι κρυφές μαγνητοσκοπήσεις, ως αποδεικτικά στοιχεία εκβιασμών ή άλλων ποινικά κολάσιμων πράξεων, βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντας. Η «αποκάλυψη της αλήθειας», γενικά και αόριστα διατυπωμένη, αναγορεύεται σε υπέρτατο σκοπό μπροστά στον οποίο υποχωρούν οι εγγυήσεις του Συντάγματος. Τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής που υπέκυψαν στον πειρασμό της αποδοχής και παρακολούθησης κρυφών βιντεοσκοπήσεων συνέβαλαν στην αποδόμηση του πλαισίου προστασίας της ιδιωτικότητας. Λυπηρό δε που αυτή η αναδίφηση σε προϊόντα κρυφής κάμερας ήρθε μετά τις ερωτήσεις για χορεύτριες, τραγουδιστές και ερωτικούς συντρόφους, την εισβολή δηλαδή της βορειοελλαδίτικης νύχτας στο κτίριο του κοινοβουλίου. Τα ερωτήματα πολλά: επί παραδείγματι, πώς δικαιολογείται εκλεγμένος νομάρχης (η ιδιότυπη δημόσια εικόνα του οποίου δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης από τους γενικώς ισχύοντες κανόνες) να δηλώνει ότι διαθέτει ηχητικό ντοκουμέντο που τεκμηριώνει όσα υποστηρίζει; Κομπάζει δηλαδή πως είτε διέπραξε υποκλοπή συνομιλίας είτε απέκτησε και χρησιμοποιεί προϊόν της. Και όμως, δεν ξεσηκώνεται κατακραυγή.

Οι θιασώτες της κλειδαρότρυπας επιτίθενται και όσοι δε συναινούν εγκαλούνται διότι τάχα υποστηρίζουν τη συγκάλυψη των σκανδάλων και την αδιαφάνεια. Η διαστρέβλωση των εννοιών αβάσταχτη. Πολύ κακή υπηρεσία προσφέρουν όσοι ολισθαίνουν σε αυτή την οδό. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και πολίτες έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης, υιοθετούντες ή ανεχόμενοι την αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Η σοβαρότητα και το εύρος των δύο υποθέσεων, του Βατοπεδίου και του τ. Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν αποτελεί άλλοθι. Όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο ευνοούν τη μετατροπή της πολιτικής κοινωνίας σε κοινωνία της υποκλοπής και της παρακολούθησης. Με τον τρόπο τους κρατούν την Ελλάδα γονατισμένη μπροστά στην κλειδαρότρυπα.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Έληξε, ομαλά και συντεταγμένα όπως ξεκίνησε, η διαμαρτυρία των κρατουμένων. Η μαζική κινητοποίηση στις φυλακές δεν μπορεί εντούτοις να ιδωθεί παρά μόνο σε συνδυασμό με την εκκωφαντική σιωπή των περισσότερων ΜΜΕ. Επρόκειτο για μια συνειδητή υποβάθμιση της μεγαλύτερης διαμαρτυρίας  κρατουμένων των τελευταίων ετών. Η υποβάθμιση αυτή υπερβαίνει τα επιμέρους στοιχεία της ίδιας της διαμαρτυρίας, τα αιτήματα των κρατουμένων, τις συνθήκες κράτησης, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, τον χειρισμό της υπόθεσης από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Έχουμε να κάνουμε πρωτίστως με μια κραυγαλέα απόπειρα χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Τα τηλεοπτικά κανάλια αποσιώπησαν το θέμα. Πολλές εφημερίδες το υποβάθμισαν. Παραγνώρισαν δεκαοκτώ ημέρες αποχής από το συσσίτιο με συμμετοχή χιλιάδων κρατουμένων σε μεγάλο αριθμό φυλακών. Προσπέρασαν την διαρκή υποβολή προτάσεων, τις παρεμβάσεις πολιτειακών και πολιτικών παραγόντων, τα δελτία τύπου, τις πορείες, τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Καμιά αίσθηση έκτακτης ανάγκης, επείγοντος χαρακτήρα. Η συνήθης εμπορία πόνου και απόγνωσης δε βρήκε λίγα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου για τους εντός των τειχών. Ακόμα και τα παιδιά, το «απόλυτο τηλεοπτικό προϊόν», στη συγκεκριμένη περίπτωση έμειναν στα αζήτητα: ούτε λέξη για τις φυλακές ανηλίκων.

Επί δεκαοκτώ ημέρες πολλά ΜΜΕ εκτόνωναν την πίεση και έδιναν χρόνο στην πολιτεία αφαιρώντας τον από τους κρατουμένους. Αναπαρήγαν κατά λέξη τις επίσημες ανακοινώσεις του υπουργείου χωρίς να αναζητήσουν τον λόγο της άλλης πλευράς. Η είδηση περιοριζόταν συνήθως στα αναγγελλόμενα μέτρα και ακολουθούσε η μόνιμη επωδός: «ωστόσο οι κρατούμενοι συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις». Ένα «ωστόσο» που εξόριζε τους κρατουμένους στο χώρο της ανεξήγητης αχαριστίας απέναντι στη μεγαλοθυμία της πολιτείας. Το μήνυμα που εξέπεμπαν προς τις φυλακές όσοι διαχειρίζονται τη ροή πληροφόρησης ήταν σαφές: όσο η διαμαρτυρία σας μένει συντεταγμένη και χωρίς βία, θα εισπράττετε τη λελογισμένη συμπάθειά μας σε λίγες γραμμές. Με ένα «ωστόσο» πάντα να καραδοκεί στο τέλος.

Οι υπέρ των δικαιωμάτων αγώνες σημαδεύουν όχι μόνον όσους συμμετέχουν αλλά και το συλλογικό μας σώμα. Αυτός είναι άλλωστε ο μακροπρόθεσμος παιδαγωγικός τους χαρακτήρας. Η μη αποτύπωσή τους στη μνήμη μας, η αναντιστοιχία μεταξύ της δράσης που «παράγεται» και αυτής που «καταναλώνεται», συνιστά απώλεια για ολόκληρη την κοινωνία. Όταν μάλιστα έρχεται ως αποτέλεσμα της παρέμβασης του Τύπου που από διαμεσολαβητής γίνεται φίλτρο, τότε έχουμε μια συνειδητή λαθροχειρία. Τα ΜΜΕ ως παραμορφωτικός φακός και σιγαστήρας που μείωσε την ένταση των έγκλειστων κραυγών δεν έβλαψαν μόνο τους διαμαρτυρόμενους κρατουμένους αλλά όλους μας.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Το θυμικό κάρβουνο που έβγαλε τους δεκαπεντάρηδες στο δρόμο είναι το πολύτιμο μέταλλο των ημερών. Τα φωτεινά τους πρόσωπα ερωτοτροπούσαν μεταξύ τους και με τον ήλιο. Το «θυμωμένο γαμώτο» μιας γενιάς έγινε πορεία, σύνθημα, λουλούδι, τραγούδι, χάπενινγκ.  Έγινε και πέτρα, μολότοφ, φωτιά. Τίποτε δεν είναι μονότροπο και μονοσήμαντο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι σε αυτή τη βίαιη επαφή των εφήβων με την πραγματικότητα, στα σκιρτήματα της πρώτης γνήσιας πολιτικοποίησης της πράξης, δεν αξίζει η πολλαπλή καπηλεία που επιχειρείται. Δεν αξίζει ο πατερναλιστικός λόγος της δήθεν κατανόησης. Δεν αξίζει ούτε ο εκφυλισμός, η μετατροπή σε μια φθίνουσα πορεία ολιγομελών καταλήψεων με τους πολλούς στα σπίτια τους. Δεν αξίζει να παγιωθεί η αποικιοποίηση της διαμαρτυρίας από τη βία, πεδίο δόξας λαμπρό για τους ποικίλους εμπόρους του φόβου.

Η επανανοηματοδότηση των δημόσιων αγαθών, πρόταγμα των ημερών, δεν μπορεί να επιτευχθεί με απαξιωμένο και κλειστό το δημόσιο σχολείο. Με μια προϋπόθεση: οι μαθητές πρέπει να επιστρέψουν με το κεφάλι ψηλά, όχι ηττημένοι. Αλλιώς θα έχουμε χάσει όλοι. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί εγκλωβισμένοι στο πανταχόθεν υπονομευόμενο δημόσιο σχολείο που δε θέλουν να συμβάλλουν και οι ίδιοι στην έκπτωσή του, που αγωνιούν και δε βολεύονται με τις αργίες μιας κατάληψης; Υπάρχουν σύλλογοι διδασκόντων που οραματίζονται έναν άλλο ρόλο πέρα από τις μίζερες αντεγκλήσεις για το ωρολόγιο πρόγραμμα; Τώρα είναι η ώρα να το δείξουν, μετατρέποντας το απαξιωμένο σχολείο σε τόπο γέννησης του νέου. Να δουλέψουν μαζί με τους μαθητές τους για να κεφαλαιοποιήσουν  τις ημέρες της οργής. Να φτιάξουν μαζί νέα ad hoc προγράμματα, να ξαναφέρουν τα παιδιά σε ένα σχολείο της δημιουργίας, ανοιχτό σε όσα συμβαίνουν στο δρόμο και την κοινωνία. Να βρουν τρόπους να ξαναποκτήσουν νόημα μαθήματα που πριν το είχαν στερηθεί. Αυτό δε σημαίνει τερματισμό της διαμαρτυρίας, σημαίνει εμπλουτισμό της με την επίγνωση της ευθύνης. Σημαίνει ενεργή αναζήτηση, εκδηλώσεις, συζητήσεις για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στη δημοκρατία. Με λίγα λόγια, να ξαναγίνει η γνώση όπλο και η ενεργός συμμετοχή άμυνα απέναντι σε κάθε προβοκάτσια. Το μεγάλο ζητούμενο της επόμενης μέρας δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι το ζωντανό σχολείο. Είναι το μόνο που μπορεί να μετεξελίξει τη δημιουργικότητα της έκρηξης σε δημιουργικότητα της καθημερινότητας.

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για τα προηγούμενα, αλλά κουράστηκα να ακούω από παντού την εύκολη και τελικά κενή περιεχομένου προτροπή: «να ακούσουμε τους νέους». Επιτέλους, τόπος έκφρασης των νέων δεν είναι τα αφασικά τηλεοπτικά πάνελ, οι εκπομπές σατιρικών τιμητών των πάντων όπου βασιλεύουν ο λαϊκισμός της μιντιακής εξουσίας και η κολακεία των εφήβων με σκοπό την τηλεθέαση!

Υγ. Γράφαμε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η κυβέρνηση πρέπει να δείξει ότι έλαβε το μήνυμα. Δυστυχώς δεν εισακούστηκε η έκκληση. Απόδειξη τρανή η δήλωση του υφυπουργού Παιδείας: «η φετινή σχολική χρονιά είναι καλύτερη από ποτέ!»

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα