You are currently browsing the tag archive for the ‘προσωπικά δεδομένα’ tag.

Φαντάζομαι μια υποθετική συνάντηση χωροφυλάκων εν μέσω θέρους. Ένας   υπομοίραρχος τους ζήτησε επειγόντως να ρυθμίσουν ζητήματα που σχετίζονται με την τεχνολογία και την ιδιωτικότητα και πρέπει να δράσουν με τόλμη και αποφασιστικότητα. Από τη μια οι χωροφύλακες της ιστορίας μας κυριαρχούνται από φόβο για όσα δε γνωρίζουν: ακούν διαρκώς ότι το ίντερνετ είναι ένα μέρος όπου βασιλεύει η τρομοκρατία, η πορνογραφία και η προετοιμασία ομαδικών αυτοκτονιών εφήβων, τα κινητά τηλέφωνα είναι φονικά όπλα στα χέρια συμμοριών. Αποφασίζουν λοιπόν με τόλμη και αποφασιστικότητα την κατάργηση του απορρήτου και της ανωνυμίας των χρηστών. Από την άλλη, οι χωροφύλακές μας πέφτουν με την ορμή νεοφώτιστου στη χρήση εργαλείων που ακούν διαρκώς ότι κάνουν θαύματα. Με τόλμη και αποφασιστικότητα εξαιρούν τις κάμερες παρακολούθησης από το νόμο περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και γενικεύουν τη χρήση τους χωρίς τις δικλείδες ασφαλείας που έχει ορίσει η αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή. Θεσπίζουν την υποχρεωτική λήψη και διατήρηση γενετικού υλικού για αόριστο χρονικό διάστημα, και μάλιστα ακόμα κι από υπόπτους πλημμελημάτων. Έτσι το DNA μας, το «ιδιωτικότερο του ιδιωτικού μας», γίνεται «κτήμα του δημοσίου» με ελάχιστους περιορισμούς στο βαθμό και στον τρόπο που αποθηκεύεται και χρησιμοποιείται. Με άλλα λόγια, οι χωροφύλακες της ιστορίας μας υιοθετούν τις πιο σκληρές πρακτικές πανοπτικού ελέγχου. Το ιδιωτικό πρέπει να γίνει δημόσιο, είτε κινούμαστε στο δρόμο της πόλης είτε στη λεωφόρο της πληροφορίας από τον καναπέ του σπιτιού μας. Γιατί; Μα γιατί στο μυαλό των χωροφυλάκων η ιδιωτικότητα ταυτίζεται με την εγκληματικότητα και άρα «όποιος δεν έχει κάτι να κρύψει δεν έχει τίποτα να φοβηθεί».

Θερινή σύναξη χωροφυλάκων, παράφραση του τίτλου της θαυμάσιας ταινίας του Δήμου Αβδελιώδη, θυμίζουν οι εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις και τα νομοθετήματα των τελευταίων ημερών. Τα μέτρα αποκαλύπτουν μια ιδιότυπη αμφιθυμία απέναντι στην τεχνολογία. Η τεχνολογία θεωρείται εχθρός του πολίτη, ένας κίνδυνος τον οποίο εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε αλλά το κράτος-προστάτης γνωρίζει πριν από εμάς για εμάς. Την ίδια ώρα όμως η τεχνολογία γίνεται «φύλακας άγγελός μας», πάλι χάρη στην κρατική μέριμνα. Καλή τεχνολογία είναι μόνο η τεχνολογία των διωκτικών αρχών και επειδή οι διωκτικές αρχές είναι υπεράνω υποψίας δε χρειάζονται δικλείδες ασφαλείας για τη χρήση και τα όριά της. Κουτοπόνηρη επιλεκτικότητα: οι χωροφύλακες γίνονται Λουδίτες, εχθροί της τεχνολογίας, όταν απορυθμίζουν το θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει την προστασία της ιδιωτικότητας στη χρήση των νέων τεχνολογιών. Ταυτόχρονα είναι υπέρμαχοι της τεχνολογίας όταν αυτή ενδυναμώνει το πανοπτικό κράτος. Ο πολίτης αντιμετωπίζεται σαν νήπιο που μπορεί να αυτοτραυματιστεί και μόνο προστάτη έχει το «κράτος – μπαμπά». Με την ίδια πατερναλιστική διάθεση αντιμετωπίζονται θεσμοί που δημιουργήθηκαν για την προάσπιση των ατομικών ελευθεριών: οι Ανεξάρτητες Αρχές απαξιώνονται και τα συμβουλευτικά όργανα προστασίας των δικαιωμάτων αγνοούνται.

Κυβερνητικοί παράγοντες σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις -συνέβη και στο γράφοντα- διατείνονται ότι αυτή είναι η μόνη τους επιλογή προκειμένου να μην αφήσουν το πεδίο ελεύθερο στην ακροδεξιά. Όμως ξεχνούν ότι η ακροδεξιά δυναμώνει όταν η ατζέντα της γίνεται κυβερνητική ατζέντα. Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση άσκησε κριτική στα περισσότερα από τα προαναφερθέντα μέτρα και τα καταψήφισε. Αν είναι ειλικρινής, οφείλει να δεσμευτεί ρητά ότι θα καταργήσει εκείνες τις ρυθμίσεις που θίγουν ατομικές ελευθερίες όταν και αν αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης. Ωστόσο, μικρή αισιοδοξία επιτρέπεται: σπάνια το κράτος εκχωρεί οικειοθελώς εργαλεία ελέγχου.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Επί μήνες ο δημοσιογραφικός και πολιτικός κόσμος της χώρας σερνόταν πίσω από ένα περιφερόμενο dvd με ερωτικές σκηνές. Αποκορύφωμα της κατάπτωσης η άθλια διαπόμπευση του κ. Ζαχόπουλου με τη δημοσίευση φωτογραφιών από προσωπικές του στιγμές σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα. Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας, πρωταθλητές στη «δημοσιογραφία της κρυφής κάμερας» και στη «life style ενημέρωση», συνεχίζουν απτόητοι παρά τις επανειλημμένες καταδίκες με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Καθώς η χρονιά κλείνει, η περί το σκάνδαλο του Βατοπεδίου πολιτική επικαιρότητα αποθεώνει και πάλι τη λογική της κλειδαρότρυπας. Υπάρχει όμως μια καίρια ποιοτική διαφορά. Δεν έχουμε πια να κάνουμε με ένα dvd φάντασμα και με τη δημοσίευση προσωπικών ερωτικών στιγμών σε μια κίτρινη εμπορική εφημερίδα. Αντιμετωπίζουμε την αναγωγή της κλειδαρότρυπας σε κυρίαρχο προϊόν του τρέχοντος πολιτικού και τηλεοπτικού λόγου, όπως τόνισε σε ανακοίνωσή της η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Οι κρυφές μαγνητοσκοπήσεις, ως αποδεικτικά στοιχεία εκβιασμών ή άλλων ποινικά κολάσιμων πράξεων, βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντας. Η «αποκάλυψη της αλήθειας», γενικά και αόριστα διατυπωμένη, αναγορεύεται σε υπέρτατο σκοπό μπροστά στον οποίο υποχωρούν οι εγγυήσεις του Συντάγματος. Τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής που υπέκυψαν στον πειρασμό της αποδοχής και παρακολούθησης κρυφών βιντεοσκοπήσεων συνέβαλαν στην αποδόμηση του πλαισίου προστασίας της ιδιωτικότητας. Λυπηρό δε που αυτή η αναδίφηση σε προϊόντα κρυφής κάμερας ήρθε μετά τις ερωτήσεις για χορεύτριες, τραγουδιστές και ερωτικούς συντρόφους, την εισβολή δηλαδή της βορειοελλαδίτικης νύχτας στο κτίριο του κοινοβουλίου. Τα ερωτήματα πολλά: επί παραδείγματι, πώς δικαιολογείται εκλεγμένος νομάρχης (η ιδιότυπη δημόσια εικόνα του οποίου δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης από τους γενικώς ισχύοντες κανόνες) να δηλώνει ότι διαθέτει ηχητικό ντοκουμέντο που τεκμηριώνει όσα υποστηρίζει; Κομπάζει δηλαδή πως είτε διέπραξε υποκλοπή συνομιλίας είτε απέκτησε και χρησιμοποιεί προϊόν της. Και όμως, δεν ξεσηκώνεται κατακραυγή.

Οι θιασώτες της κλειδαρότρυπας επιτίθενται και όσοι δε συναινούν εγκαλούνται διότι τάχα υποστηρίζουν τη συγκάλυψη των σκανδάλων και την αδιαφάνεια. Η διαστρέβλωση των εννοιών αβάσταχτη. Πολύ κακή υπηρεσία προσφέρουν όσοι ολισθαίνουν σε αυτή την οδό. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και πολίτες έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης, υιοθετούντες ή ανεχόμενοι την αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Η σοβαρότητα και το εύρος των δύο υποθέσεων, του Βατοπεδίου και του τ. Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν αποτελεί άλλοθι. Όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο ευνοούν τη μετατροπή της πολιτικής κοινωνίας σε κοινωνία της υποκλοπής και της παρακολούθησης. Με τον τρόπο τους κρατούν την Ελλάδα γονατισμένη μπροστά στην κλειδαρότρυπα.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Η συζήτηση για τη διαχείριση των πληροφοριών συνήθως εστιάζεται, πολύ δικαιολογημένα, στο ζήτημα της προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Η προστασία αυτή γίνεται όλο και πιο δύσκολη εξαιτίας των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, της ανεξέλεγκτης επιχειρηματικής δραστηριότητας και της αδηφάγου συγκέντρωσης δεδομένων από το κράτος στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας. Σημαντικό ζητούμενο όμως είναι και η ελεύθερη και εύκολη πρόσβαση των πολιτών σε πληροφορίες που συγκεντρώνει ο δημόσιος τομέας. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν πολλούς τομείς της δημόσιας δραστηριότητας όπως κοινωνική, οικονομική, πολεοδομική, επιχειρηματική, εκπαιδευτική. Σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία 2003/98/EC: «Οι πληροφορίες του Δημόσιου Τομέα είναι ένα σημαντικό πρωτεύον υλικό για προϊόντα και υπηρεσίες ψηφιακού περιεχομένου και θα γίνει ακόμη πιο σημαντικό με τη σταδιακή ανάπτυξη ασύρματων υπηρεσιών περιεχομένου. Με την ελεύθερη διάθεση και επαναχρησιμοποίηση των Δημόσιων Δεδομένων θα έχουμε πολύ μεγάλες δυνατότητες οι οποίες -μεταξύ άλλων- θα επιτρέψουν στις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να εκμεταλλευθούν αυτές τις δυνατότητες, και να συμβάλουν σε μεγαλύτερη οικονομική πρόοδο και δημιουργία θέσεων εργασίας.»

Η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες είναι πρωτίστως ζήτημα αρχής για μια ανοιχτή δημοκρατική πολιτεία. Πέρα από αυτό όμως, απαντά στο κρίσιμο αίτημα για διαφάνεια, διευκολύνει την έρευνα, ευνοεί την ανάπτυξη της καινοτομίας και τη δημιουργία υπηρεσιών που απαντούν στις ανάγκες των πολιτών, επιτρέπει τον δημοκρατικό έλεγχο και την ουσιαστική πολιτική συμμετοχή. Για το σκοπό αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη η πρωτοβουλία 4Δ: Δημόσια Δεδομένα, Δικά μας Δεδομένα (www.publicdata.gr) που φιλοδοξεί να αναδείξει την αναγκαιότητα πλήρους πρόσβασης στα δεδομένα που διαθέτουν οι δημόσιοι φορείς και να κινητοποιήσει πολίτες και πολιτικό προσωπικό για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ως τέτοια δεδομένα ενδεικτικά αναφέρονται ισχύοντες νόμοι και εγκύκλιοι, πληροφορίες για τις  δημόσιες δαπάνες του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των ΟΤΑ, στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, στοιχεία για την παραβατικότητα, τα εκπαιδευτικά δεδομένα, τη δικαστική λειτουργία, τη δημόσια υγεία, την τουριστική δραστηριότητα, τις πυρκαγιές, τη σεισμική δραστηριότητα, χωροταξικά και πολεοδομικά δεδομένα.

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο η αρνητική αντίδραση δημοσίων φορέων σε παρόμοια αιτήματα, με την επίκληση της προστασίας προσωπικών δεδομένων, της πνευματικής ιδιοκτησίας, του απορρήτου ή της δημόσιας ασφάλειας, ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν υφίστανται πραγματικά τέτοιοι λόγοι. Γι’ αυτό ακριβώς είναι σημαντική η θέσπιση μιας Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόσβαση στα κρατικά έγγραφα, την οποία προωθεί το Συμβούλιο της Ευρώπης. Θα επιτρέψει στον πολίτη να ασκήσει τα δικαιώματά του και στις ομάδες πολιτών να πιέσουν για αποτελεσματικότερο δημόσιο έλεγχο, στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ ειδικά στη σημερινή συγκυρία.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Δε θέλω να δω το dvd

Η παραβίαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και η συνακόλουθη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχουν λάβει διαστάσεις επιδημίας. Βαρύνει όμως η ευθύνη αποκλειστικά τους δημοσιογράφους; Με το κοινό τι γίνεται; Δεν μπορεί να υπάρχει ένα δικό μας πλαίσιο αρχών που οριοθετεί τη λειτουργία μας ως δεκτών της πληροφορίας; Μια πρόσφατη κινητοποίηση μπλόγκερς στο διαδίκτυο επισημαίνει αυτή ακριβώς την ευθύνη του χρήστη των μέσων ενημέρωσης. Από την καμπάνια τους δανεισμένος ο τίτλος αυτής της επιφυλλίδας: Δε θέλω να δω το dvd. Δε θέλω δηλαδή στο όνομα της δικής μου ανάγκης για πληροφόρηση να καταρρακώνεται κάθε έννοια ιδιωτικότητας και αξιοπρέπειας. Δε θέλω η ανθρωποβόρα παραδημοσιογραφία να θριαμβεύει αλώβητη με τη δικαιολογία «αυτά θέλει να βλέπει ο κόσμος». Υπάρχει πολύς κόσμος που δε θέλει να βλέπει τελετές ανθρωποθυσίας. Και αυτός ο κόσμος πρέπει να βρει τρόπο να το διατρανώσει.

Επαναπροσδιορίζοντας ως δέκτης πληροφορίας τη δική μου λειτουργία, επιθυμώ να επαναπροσδιορίσω το περιεχόμενο της έννοιας πληροφόρηση. Δεν μπορεί δηλαδή να νοείται ως πληροφόρηση η διακίνηση προϊόντων παράνομων πράξεων. Δεν μπορούν οι τηλεφωνικές υποκλοπές και οι κρυφές βιντεοσκοπήσεις να καθαγιάζονται στο όνομα της ενημέρωσης του κοινού. Καμιά επιθυμία ενημέρωσης δεν αίρει την απαγόρευση της προσβολής της αξίας του ανθρώπου. Ως χρήστης της πληροφορίας έχω ευθύνες όταν η πληροφορία συνδέεται με εξευτελισμό ή διαπόμπευση. Όπως ευθύνομαι ως καταναλωτής όταν χρηματοδοτώ κυκλώματα παιδικής εργασίας, έτσι ευθύνομαι και όταν η ηδονοβλεπτική μου διάθεση αποθρασύνει τους εμπόρους της πληροφόρησης.

Το περιώνυμο dvd έχει αποκτήσει πλέον συμβολική διάσταση. Αντανακλά μια σχολή δημοσιογραφικής πρακτικής που καθιστά την κοινή γνώμη παθητικοποιημένο εργαλείο εξυπηρέτησης άλλων σκοπών. Έτσι, «δε θέλω να δω το dvd» σημαίνει κι άλλα πράγματα. Σημαίνει πως σε καμιά περίπτωση δεν απαλλοτριώνω το δικαίωμά μου να πληροφορηθώ και να κρίνω την πολιτική ουσία του όποιου ζητήματος. Ταυτόχρονα όμως αρνούμαι να θεωρούμαι, ως κοινή γνώμη, συμμέτοχος σε πολλαπλούς εκβιασμούς. Γιατί μόνο εκβιασμός μπορεί να θεωρηθεί η διαρκής απειλή αποκαλύψεων και οι επιλεκτικές διαρροές από «δημοσιογράφους» για τους οποίους πρώτη είδηση αποτελεί ο εαυτός τους και οι αενάως μεταβαλλόμενες συμμαχίες τους.

«Δε θέλω να δω το dvd» σημαίνει πως έχω μνήμη. Θυμάμαι όλους όσοι εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θυμάμαι επίσης όσους συμμετέχουν στον εξευτελισμό και τον δικαιώνουν με την παρουσία τους στα ανθρωποφάγα πάνελ, βουβοί ή κραυγάζοντες διάκοσμοι των τηλεδικείων.

Τέλος, «δε θέλω να δω το dvd» σημαίνει πως απαιτώ να ενισχυθούν αντί να υπονομεύονται συστηματικά οι θεσμοί που έχουν ταχθεί να προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Έχουν συχνά καυτηριαστεί η αισθητική και οι πρακτικές ορισμένων ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως η χαμηλού επιπέδου δημοσιογραφία είναι ελληνική εφεύρεση ή αποκλειστικότητα. Στη χώρα μας όμως έχει γίνει κυρίαρχη. Δεν είναι η περιθωριακή απόφυση μιας ευρύτερης βιομηχανίας της ενημέρωσης, ένα υποπροϊόν που απευθύνεται σε κάποια προεπιλεγμένη ομάδα- στόχο. Με βάση το βαθμό επιρροής της στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα είναι επικρατούσα. Πρωταγωνιστούν τηλεοπτικές  περσόνες που αλλού θα ήταν εκφράσεις ενός γραφικού «μιντιακού λούμπεν».

Αρχιερέας της σχολής αυτής ο τηλεοπτικός εισαγγελέας. Έχει πολλάκις καταδικασθεί για καταπάτηση κάθε έννοιας δεοντολογίας αλλά καμαρώνει για τα πρόστιμα που του επιβάλλονταν όποτε κατασπάραζε ανθρώπους στη ζούγκλα του. Ανήγαγε την παραδημοσιογραφική παρανομία (της κρυφής κάμερας, της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, της λαθρανάγνωσης ημερολογίων) σε ύψιστο λειτούργημα. Εκμεταλλεύτηκε χρόνιες παθήσεις της δημόσιας ζωής όπως την υποκατάσταση ελεγκτικών μηχανισμών και την έλλειψη λογοδοσίας. Εκπέμπει τηλεοπτικό μεσσιανισμό υποσχόμενος πως θα διορθώσει δυσλειτουργίες των θεσμών λειτουργώντας εξωθεσμικά. Με τον τρόπο αυτό, άλλο τίποτα δεν κάνει από το να συντελεί στη διαιώνιση της κρίσης. Αποτελεί άλλωστε και ο ίδιος αναπόσπαστο μέρος των προβλημάτων που πολεμά. Χωρίς αυτά δε θα υπήρχε, αφού αντλεί τη νομιμοποίησή του από τις παθογένειές μας, την παράλυτη διοίκηση και τη διαφθορά. Ισχύς του το δέος των σιωπηλών καλεσμένων μπροστά στην παντοδύναμη ρομφαία του. Τι να πούνε οι καλεσμένοι άλλωστε, εδώ μπροστά του χτυπάνε προσοχή μεταμελημένοι βουλευτές. Και μαζί τους φροντίζει να τρέμουμε όλοι εμείς, καθώς μας κλείνει το μάτι από την οθόνη ψιθυρίζοντας «έχω ράμματα για τη γούνα σου».

Όλο και περισσότερο η εμπορική τηλεοπτική δημοσιογραφία διολισθαίνει προς την εφαρμογή αυτής της πετυχημένης συνταγής. Όσα περιγράφηκαν αφορούν ευρέως το τηλεοπτικό μας τοπίο και όχι απλώς ένα πρόσωπο. Γι’ αυτό, από όλα όσα γίνονται γύρω μας εστιάζουμε σε αυτή μόνο την πλευρά του τρέχοντος σκανδάλου. Επειδή ακριβώς δεν είναι μεμονωμένη. Το τελευταίο διάστημα μεγάλο μέρος της τηλεοπτικής αλλά και της πολιτικής μας αγοράς λειτουργεί σε τέτοιο πλαίσιο: αλληλοκαρφώματα, ψεύδη και υποκλοπές. Είναι απόλυτη ανάγκη μέσα σε όλη αυτή την αποφορά να διαφυλάξουμε κάτι αλώβητο, έστω κι αν αυτό είναι μόνο η οργή μας. Οφείλουμε λοιπόν να κρατήσουμε μια εικόνα του τέρατος στη μνήμη μας. Ας διαλέξει ο καθένας τη δική του. Δύσκολα πάντως θα διαφωνήσει κανείς με την άποψη πως η υποψία της πολιτικής διαπλοκής είναι εξίσου βλαπτική για την κοινωνική μας υγιεινή με την βεβαιότητα της δημοσιογραφικής αλητείας.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Ο κυνηγός τρύπωσε στον φρουρούμενο χώρο. Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει στάθηκε μπροστά στο θήραμα και το σημάδεψε. Η φωτογραφική μηχανή πυροβόλησε δυο φορές ολοκληρώνοντας την κορυφαία «δημοσιογραφική αποστολή»: να απαθανατιστεί ο ασθενής Αρχιεπίσκοπος. Ο κυνηγός ήταν απεσταλμένος εφημερίδας που εκδίδουν δυο γνωστοί τηλεοπτικοί αστέρες (με αξιόλογες επιδόσεις στους ρόλους του τηλεδικαστή και του τηλεγελωτοποιού). Δεν ήταν εξάλλου ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Εκείνοι που φωτογράφισαν τον Μάνο Χατζιδάκι ενώ ψυχορραγούσε, εκείνοι που κυνηγούσαν τη Νταϊάνα στις σήραγγες του Παρισιού και τον άρρωστο Αρχιεπίσκοπο στο διάδρομο ενός νοσοκομείου είναι τα ίδια τυφλά όργανα μιας αποκρουστικής σχολής δημοσιογραφικής ανθρωποφαγίας.

Εμείς όμως, γιατί γινόμαστε ηδονοβλεψίες της οδύνης; Γιατί μας προκαλεί ενδιαφέρον η κλεμμένη στιγμή ενός αρρώστου; Το αργόσυρτο βήμα στον διάδρομο ενός νοσοκομείου; Το μπαστούνι που τον στηρίζει; Τα σωληνάκια που φεύγουν από το αδύναμο σώμα; Ένα φοβισμένο βλέμμα, μια έκφραση πόνου; Γιατί να θέλουμε να δούμε τον Αρχιεπίσκοπο σε έναν καινούριο ρόλο που όλοι δυστυχώς έχουμε παρακολουθήσει με κάποιον άλλον πρωταγωνιστή, έναν ηλικιωμένο άρρωστο συγγενή, έναν πρόωρα χαμένο φίλο; Μα ακριβώς γιατί είναι ο Αρχιεπίσκοπος, θα πει κάποιος. Και επιπλέον, γιατί στην προκειμένη περίπτωση η ταχύτητα της διαδρομής ήταν ιλιγγιώδης. Από τη φαινομενική παντοδυναμία μιας εύθραυστης κοσμικής εξουσίας στην εξέδρα του Συντάγματος με τα «λάβαρα της Επανάστασης» μέχρι τον 15ο όροφο του νοσοκομείου στο Μαϊάμι μοιάζει να μη μεσολάβησε τίποτα. Κι ας μεσολάβησαν τόσα. Κι ας είπε τόσα πολλά. Κι ας στάθηκε τόσες φορές σε άμβωνες, αυλές σχολείων, κάμερες τηλεόρασης. Κι ας είπαμε κι εμείς πολλά για όσα είπε και έπραξε.

Ο εκκλησιαστικός λόγος οφείλει να κατευνάζει τα πάθη, να φέρνει κοντά μας τον ξένο και τον διαφορετικό. Οφείλει να μην κάνει τους μύθους του παρελθόντος τροφή που γιγαντώνει τις φοβίες μας. Αντί να μας περιχαρακώνει στα στενά όρια της εθνικής μας μοναξιάς οφείλει να ανοίγει διαύλους συνεννόησης με άλλες θρησκείες και πολιτισμούς. Να είναι λόγος καταλαγής και απάντησης στις μεταφυσικές αγωνίες, όχι κινδυνολογική αντίδραση σε κάθε προσπάθεια να αποκτήσει η εκκλησία διακριτή θέση σε ένα κράτος δικαίου. Όσοι έχουν αυτή την άποψη έχουν ήδη αποτιμήσει τη διαδρομή του Αρχιεπισκόπου. Όμως τώρα είναι η ώρα της σιγής, του σεβασμού μπροστά στην ανθρώπινη δοκιμασία. Ο Αρχιεπίσκοπος ως ασθενής έχει πάνω απ’ όλα δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής του ζωής και αξιοπρέπειας.

Τελευταία παρατήρηση: είναι άραγε τυχαίο που όσοι αντιπαρατέθηκαν μαζί του δείχνουν τώρα σεβασμό στο δράμα του ενώ εκείνοι που τον αποθέωναν, δημοσιογράφοι και ιεράρχες, έχουν ήδη αρχίσει πρόωρα να ανατέμνουν το σώμα και τη μνήμη του;

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Ο “τρελός του χωριού” συχνά αποζητά τη χλεύη των άλλων. Η ιδιαιτερότητά του που τον πονάει είναι η ίδια που του δίνει δύναμη να αντέχει τα πειράγματα. Τελευταία βγαίνει βόλτα και στο σαλόνι μου. Μαζεύει τους φίλους του και ξεχύνονται απ’ την οθόνη. Παλεύουν ποιος θα τραγουδήσει δυνατότερα στίχους γραμμένους γι’ αυτούς. Γελάω. Ώσπου το βλέμμα μου συναντά το άγριο βλέμμα της κερκίδας.

Γράφτηκαν αρκετά. Η τηλε-επιθεώρηση των αδικημένων (Διαμαντάκου), η εκδίκηση των σκουπιδιών (Γεωργελές), ένα μείγμα σαρκαστικού κιτς, η αποθέωση του αλλόκοτου, μια ιλαρή εκδοχή δικαίωσης για τους καταφρονεμένους (Τριάντης). Θα μπορούσε κανείς να πει και για τον αυτοσαρκαζόμενο διονυσιασμό που σαρώνει την τηλεθέαση. Η ρήση του Γουόρχολ για τα λίγα λεπτά δημοσιότητας τώρα δικαιώνεται. Εξάλλου, κάθε θύμα τηλεοπτικού κυνηγού κεφαλών, εκτός αν είναι ανήλικος ή το ακαταλόγιστό του πιστοποιείται με χαρτί γιατρού, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκτεθεί στον τηλεοπτικό εξευτελισμό.

Δεν πρόκειται όμως, όπως ακούγεται, για το θολό ποτάμι της οργής των καταφρονεμένων που βγήκαν να πάρουν τη ρεβάνς από την “υγιή πλειονότητα”. Αυτό θα ίσχυε μόνο αν οι ίδιοι αντέστρεφαν τους κανόνες. Αν γέμιζαν το στούντιο με δικό τους κοινό. Αν του έκλειναν το μάτι συνωμοτικά για τα χάλια των καλεσμένων τους. Αν αυτοί που ορίζουν ως τώρα το μέτρο της ορθότητας έπεφταν θύματα αυτής της ορθότητας. Τη μια μέρα καλεσμένη η κυρία Πάνια. Την άλλη ο τηλεδικαστής- τιμητής. Μετά ο λαμέ παρουσιαστής ειδήσεων. Να τραγουδάνε τη σάχλα που τους έγραψε ο τρελοσυνθέτης του χωριού για να κοροϊδέψει το ατσαλάκωτο πρόσωπό τους. Αν όσοι γίνονται τώρα βορά της χλεύης μας όριζαν τι είναι απόκλιση και τι κανονικό. Αν εμείς όλοι χορεύαμε μεθυσμένοι από την αναπάντεχη δόξα μας, ανυποψίαστοι για τα γέλια πίσω από την πλάτη μας. Μόνο τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για νίκη των αδικημένων. Αν εκείνοι γίνονταν η «υγιής πλειονότητα».

Τώρα απλώς μιλάμε για μια ελεεινή και τρισάθλια έμπνευση αυτών που πλουτίζουν επενδύοντας στα όποια ελλείμματα των καλεσμένων θυμάτων. Η τηλεόραση διακινεί τα δομημένα ομόλογα της αφασίας μας. Οι χορηγοί αγοράζουν αναπηρία ως τηλεοπτικό προϊόν. Το πονηρό κλείσιμο του ματιού της κυρίας Πάνια ξυπνάει τον χειρότερο εαυτό μας, μας μεταφέρει στις κερκίδες του Κολοσσαίου.

Η ένσταση στις τελετές τηλεοπτικής ανθρωποφαγίας δεν πηγάζει από ηθικολογία ή σοβαροφάνεια. Μόνο από τη βεβαιότητα πως αν στο στούντιο χόρευαν αρκούδες θα είχε σταματήσει η εκπομπή, θα την είχε πνίξει η κατακραυγή μας. Τώρα που χορεύουν άνθρωποι, είναι εκεί και τους χτυπούν το ντέφι οι σημερινοί μας έφηβοι. Το αυριανό πρόσωπο του τέρατος.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ


Κραυγαλέα η σύγχυση ρόλων στο δημόσιο βίο. Τηλεαστέρες επιδιώκουν πολιτική και δικαστική εξουσία και πολιτικοί μιμούνται τηλεοπτικά- δημοσιογραφικά πρότυπα δημοσίου ήθους. Ο λόγος περί των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, με επικεφαλής τον κ. Καρχιμάκη, που συνυπέγραψαν την ερώτηση για τις ερωτικές επιλογές ταξιάρχου της πολεμικής αεροπορίας. Στη σπουδή τους για λίγα λεπτά παραπολιτικής δημοσιότητας υπέπεσαν σε πολλαπλά σφάλματα. Παραβίασαν κάθε έννοια προστασίας προσωπικών δεδομένων αναφέροντας τα στοιχεία του στρατιωτικού. Γαργάλησαν ευρέως διαδεδομένα ρατσιστικά στερεότυπα. Αυτό που ξεχωρίζει όμως είναι η υπαγωγή μιας κορυφαίας στιγμής της δημοκρατίας, δηλαδή του κοινοβουλευτικού ελέγχου, στις σκοπιμότητες, τα κριτήρια και την αισθητική της ροζ δημοσιογραφίας. Γιατί βέβαια, καλή η προεκλογική ρητορική της αντιπολίτευσης περί ισότητας και μη διακρίσεων, αλλά στην πράξη επιβεβαιώνεται η ειλικρίνεια των διακηρύξεων. Και η υπόθεση τούτη αποτελεί κάκιστο δείγμα γραφής. Η διακίνηση της θέσης πως ένας ομοφυλόφιλος στρατιωτικός είναι ακατάλληλος για σοβαρές θέσεις και η απόπειρα να καταργηθεί κάθε στεγανό μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας δράσης ενός κρατικού αξιωματούχου δεν περιποιούν τιμή στους εμπνευστές αυτής της παρέμβασης. Τους ξεπέρασε βέβαια στη συνέχεια με την καθαρότητα των απόψεών του ο δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου και ναύαρχος εν αποστρατεία κ. Χατζηδάκης: «Δεν έχουν καμιά δουλειά στις ένοπλες δυνάμεις οι γκέι, να πάνε σπίτια τους».

Ας επιστρέψουμε στη σοβαρότητα και στην ουσία της υπόθεσης. Ακούω ήδη τον αντίλογο. Μα δεν υπάρχει πρόβλημα με τις αποκαλύψεις για συμμετοχή του ταξιάρχου σε επιτροπές αξιολόγησης προμηθειών ή διερεύνησης δυστυχημάτων; Ας το ερευνήσουν. Υπάρχουν σίγουρα αρμοδιότεροι ημών για τέτοια ειδικά θέματα. Μόνο που οφείλουν να το πράξουν με αμιγώς υπηρεσιακά κριτήρια, δηλαδή με τα ίδια κριτήρια που θα χρησιμοποιούσαν αν ο συγκεκριμένος στρατιωτικός ήταν ετεροφυλόφιλος, δωδεκαθεϊστής, βατραχάνθρωπος ή συλλέκτης αμπαζούρ και ασκούσε τις επιλογές του στην ιδιωτική του ζωή. Αν εκφάνσεις του ιδιωτικού του βίου εξέθεσαν τον ίδιο ή την υπηρεσία του σε οποιονδήποτε κίνδυνο, θα πρέπει να ελεγχθεί με τρόπο συμβατό με την «αρχή της ίσης μεταχείρισης, ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού», η οποία αποτελεί πλέον νόμο του κράτους.

Όλα αυτά τα παραγνώρισαν οι ερωτώντες βουλευτές. Άφησαν έτσι να εισχωρήσει στο πεδίο του δημοκρατικού ελέγχου η παραπολιτική. Ξέχασαν πως ο δημοκρατικός έλεγχος προϋποθέτει διαφάνεια προθέσεων και μεθόδων. Εκτυλίσσεται στο φως, στο κέντρο της δημόσιας ζωής. Καταξιώνει και εξυγιαίνει τη δημοκρατία. Αντίθετα, η παραπολιτική, έτερον ήμισυ της παραδημοσιογραφίας, λαϊκίζει και δημαγωγεί ασύστολα. Δε διστάζει, μπροστά στην απόσπαση πρόσκαιρου μικροπολιτικού οφέλους, να τσαλακώσει ανθρώπους και αρχές.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στα ΝΕΑ μέχρι το καλοκαίρι του 13. Τα υπόλοιπα βλέπουν το φως κατευθείαν στο blog. Η πάνω φωτό είναι από την καμπάνια της Διεθνούς Αμνηστίας Use your freedom to write wrongs

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Τα καθαρά χέρια

Ας μιλήσουμε καθαρά

Λεξεις κλειδια

Άγιος Παντελεήμονας Ακροδεξιά Αριστερά Βαλκάνια Βουλή Βουλγαράκης Γάζα Δήμος Αθηναίων Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας Δεκέμβριος Διεθνής Αμνηστία ΕΕΔΑ ΕΛΑΣ Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΗΠΑ Ισλάμ Ισραήλ Κίνα Κακλαμάνης Καμίνης Καρατζαφέρης ΛΑΟΣ Λοβέρδος ΜΚΟ ΜΜΕ ΟΗΕ Ολυμπιακοί Σαμαράς ΣτΕ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Συνήγορος του Πολίτη Χριστόδουλος Χρυσή Αυγή ανήλικοι ανθρωπισμός απαγωγές αστυνομία αστυνομική βία βία βασανιστήρια διακρίσεις διαμαρτυρία διαφάνεια διεθνή εθελοντισμός εθνικισμός εκκλησία εκλογές εκπαίδευση ελευθερία έκφρασης εργασιακά θανατική ποινή θρησκεία θρησκευτική ελευθερία ιθαγένεια κάμερες κρίση μειονότητες μετανάστες μνημόνιο περιβάλλον προσωπικά δεδομένα πτήσεις CIA ρατσισμός ρατσιστική βία ρατσιστικός λόγος σεξουαλικός προσανατολισμός σχολείο σωφρονισμός τράφικιν τρομοκρατία φυλακές φύλο χούντα όπλα